Θυμάμαι τον φόβο που έβγαζα από τα μάτια μου, τον θυμό και τις φλόγες που έβγαζαν τα δικά του. Προσπάθησα να του ξεφύγω, να τρέξω, να φωνάξω βοήθεια. Αλλά και να είχα ξεφύγει, πού θα πήγαινα μέσα από τις ερημιές που με είχε σύρει αυτός; Τον χτυπούσα, τον έσπρωχνα, ήθελα να φύγει από πάνω μου. Θυμάμαι αυτήν την αηδία, αυτήν τη σιχαμερή μυρωδιά του ιδρώτα του. Με βαρούσε, με χτυπούσε και εγώ φώναζα, έτρεμα. Ήταν σα να είχαν πιαστεί τα πόδια μου μέσα στην θάλασσα και να πνιγόμουν αργά και σταθερά.
Μετά από αρκετή ώρα, που το μόνο πράγμα που κατάφερα ήταν να τρώω την ήττα στα μούτρα, απλά σταμάτησα να μάχομαι, κοιτούσα το κενό και ήμουν σαν νεκρή. Δεν μπορούσα να κάνω τίποτα. Σταμάτησα και έκανα υπομονή λέγοντας στον εαυτό μου με δάκρυα στα μάτια: «Θα περάσει». Τον άφησα να τελειώσει τις φρικαλεότητές του.
Με παράτησε μέσα στα χωράφια. Σηκώθηκα, και με όλο το κουράγιο που μου είχε απομείνει απλά έβαλα τα ρούχα μου. Και που τα έβαλα τι κατάλαβα, τα γέμισα με εμετούς της βρώμας του. Περπατούσα για ώρες μέχρι που έφτασα στην πόλη όπου μένω και ευτυχώς είναι μόνο κάτι χιλιόμετρα μακριά από την κόλαση. Μέσα σε αυτή τη απόγνωση που είχα ούτε κατάλαβα ότι βρήκα το σπίτι μου, ακόμα και τώρα δεν θυμάμαι τους δρόμους από τους οποίους πέρασα και ποιους ανθρώπους είδα.
Βρώμα, αυτή η αηδιαστική αίσθηση υπάρχει ακόμα και τώρα πάνω μου. Έτριβα, έτριβα μέχρι που κάηκα και τότε μόνο σταμάτησα να τρίβω, αλλά αυτή η βρώμα ακόμα και τώρα πάνω μου είναι. Τρίβω ακόμα και τώρα που θα διαβάζετε το γράμμα για τον ντροπιαστικό λόγο της αυτοκτονίας μου, αυτό κάνω. Τρίβω.






