Ονειροπράκτορες - Μέρος 7ο: Οι εφιάλτες έφτασαν στη γη! - ΓΡΑΦΕΙΝ
ΓΡΑΦΕΙΝ

Ονειροπράκτορες – Μέρος 7ο: Οι εφιάλτες έφτασαν στη γη!

Διαβάστε εδώ το 6ο μέρος

ΑΑΑΑΑΑΑΑΑ

Σιωπή.

Είχαν προσγειωθεί η μία πάνω στην άλλη κι η Ονειρένια έσπρωξε απότομα την Αλεπού για να φύγει από πάνω της.

Ήταν ένα περίεργο σκοτεινό μέρος, δεν έμοιαζε με τη γη. Η Ονειρένια τέντωσε τις κεραίες της μήπως καταφέρει να βρει κάτι. Η Φρίντα εκνευρισμένη την έσπρωξε.

«Εσύ φταις για όλα!» φώναξε και η Ονειρένια γύρισε στην αλεπού.

«Αν δε βοηθούσατε να κλέψει ο Εφιάλτιους τον ήλιο τίποτα από όλα αυτά δε θα γινόταν!» απάντησε κι εκείνη. «Πού είμαστε;»

Κοίταξαν γύρω τους και τότε ξαφνικά από το πουθενά, άρχισαν να πετούν γύρω τους φωσφοριζέ τσούχτρες. Το πιο περίεργο από όλα ήταν πως, δεν βρίσκονταν μέσα στο βυθό, δεν υπήρχαν μπουρμπουλήθρες κι ανάσαιναν κανονικά. Οι τσούχτρες άρχισαν να τραγουδούν μελωδικά. Μερικά αεροπλάνα, πολύχρωμα και μικρά πέρασαν από δίπλα τους.

«Τί συμβαίνει; Γιατί πετούν οι τσούχτρες μαζί με τα αεροπλά…αααα…» ένα γαλάζιο λιοντάρι έπιασε την αλεπού.

«Φρίντα!!!» η Ονειρένια προσπάθησε να φτάσει το λιοντάρι μα ήταν κοντά τα πόδια της και δε μπορούσε να το προφτάσει. Το λιοντάρι χάθηκε μέσα στο πολύχρωμο δάσος, χιλιάδες δέντρα σε όλα τα χρώματα έφταναν ως τον ουρανό. Δεν υπήρχαν καθόλου ήχοι από πουλιά.

Αγχωμένη σκέφτηκε πως θα ήθελε να προλάβει εκείνο το περίεργο λιοντάρι και τότε εμφανίστηκε μπροστά της ένα πράσινο άλογο. Περίεργο, συλλογίστηκε, παρόλα αυτά ανέβηκε επάνω του και άρχισαν να καλπάζουν προς το περίεργο δάσος.

Γύρω τα δέντρα αντί για φρούτα, είχαν καραμέλες και πίτες, μαλλί της γριάς και σοκολάτες, όταν άκουσε τη γνώριμη φωνή της αλεπούς, κάλπασε πιο γρήγορα. Σύντομα ήταν πολύ κοντά σε εκείνο το λιοντάρι. Φώναξε με όλη της τη δύναμη μα δε σταματούσε, η Φρίντα ούρλιαξε πάλι, η Ονειρένια σκέφτηκε πως θα χρειαζόταν να δέσει το λιοντάρι κάπως και τότε το λιοντάρι διπλώθηκε στα δύο δεμένο με κλαδιά, η Φρίντα γκρεμοτσακίστηκε βογκώντας από τον πόνο.

«Ήρθες για εμένα». Της είπε χωρίς να το πιστεύει. Η Ονειρένια χαμογέλασε χωρίς να απαντήσει. Στο πρώτο βήμα που έκανε η γη άνοιξε κι εκείνη βρέθηκε να κρέμεται σε έναν βαθύ γκρεμό.

«Φρίντα!» τα μάτια της αλεπούς άστραψαν, η Ονειρένια φοβήθηκε πάρα πολύ, τα χέρια της γλιστρούσαν κι όταν η Φρίντα την παράτησε και έφυγε την έπιασε απελπισία. Έπρεπε να το περιμένει. Τα ονειροπλάσματα δεν αλλάζουν και η αλεπού ήταν πολύ ύπουλη για να τη βοηθήσει.

Δίπλα της κρεμάστηκε ένα λεπτό κλαδί και η Φρίντα της φώναξε να το πιάσει. Όταν την τράβηξε η Ονειρένια με ανοιχτό το στόμα την ευχαρίστησε.

«Μην το συνηθίζεις, δε σημαίνει πως όταν βγούμε από εδώ δε θα σε κυνηγήσω». Κοίταξε γύρω της προβληματισμένη «Αλήθεια τι είναι αυτό το μέρος;»

«Νομίζω πως όταν πέσαμε στην δίνη, μπήκαμε καταλάθος στο όνειρο κάποιου παιδιού». Η Φρίντα ούρλιαξε.

«Πρέπει να βγούμε τώρα!!!» άρχισε να τρέχει, η Ονειρένια την ακολουθούσε μα ήταν πιο γρήγορη. «Τρέχα ανόητη, τρέχα!»

«Προσπαθώ!» της φώναξε και τότε η αλεπού πήγε στο μέρος της, την έπιασε με τα δόντια και την πέταξε στην πλάτη της ώστε να κάτσει επάνω. Ξαφνιασμένη η Ονειρένια κρατήθηκε από το τρίχωμα της Φρίντας. «Τι έπαθες;»

«Είπες ότι είμαστε σε κάποιο όνειρο σωστά; Αν σκεφτείς λίγο! Πώς στο καλό εσείς οι άσχετοι γίνατε Ονειροπράκτορες; Ούτε τη μύτη σας δεν μπορείτε να βρείτε!!!» είπε με κακία και η Ονειρένια της τράβηξε το τρίχωμα πιο πολύ. Η αλεπού γρύλλισε.

«Σκέψου Ονειροπράκτορα, σκέψου. Τι έφερε ο Εφιάλτιους στη γη;»

Η Ονειρένια άφησε μια φοβισμένη φωνούλα και τράβηξε τα χέρια απ’ το τρίχωμα με αποτέλεσμα να πέσει από την πλάτη της Φρίντας. Η αλεπού πήγε κοντά της και προσπάθησε να την σηκώσει βιαστικά. Μια τεράστια σκιά κάλυψε τα πάντα, τα δύο ονειροπλάσματα σήκωσαν το κεφάλι τους ψηλά, ένα τεράστιο μαύρο καλαμάρι πλησίαζε στο μέρος τους. Το πολύχρωμο δάσος έγινε γκρι και όλα γύρω μαύρισαν.

«Ω, όχι». Ψέλλισε η Ονειρένια. «Πρέπει να βρούμε μια λύση».

«Πολύ αργά για αυτό, πρέπει να κρυφτούμε πρώτα, οι εφιάλτες έφτασαν στη γη!» της είπε φοβισμένη και η Φρίντα και άρχισαν και οι δύο να τρέχουν μακριά από το καλαμάρι όσο το όμορφο όνειρο μεταμορφωνόταν σε έναν σκοτεινό εφιάλτη.

«Καλά που τα όνειρα δε μυρίζουν, φαντάσου να έπρεπε να μυρίζουμε και τα ψάρια που μας κυνηγάνε!»

«ΤΡΕΧΑ ΠΙΟ ΓΡΗΓΟΡΑ!» Της απάντησε απλά η Ονειρένια και ούρλιαξαν μαζί ακόμα μία φορά.

Σου άρεσε;

Διάλεξε τα αστέρια που επιθυμείς!

Μέσος όρος 5 / 5. Σύνολο ψήφων: 3

Δεν υπάρχουν ψήφοι! Γίνε ο πρώτος που θα βάλει αστεράκια.

Μαριάννα Μακαριάν

Η Μαριάννα Μακαριάν ζει στον Πειραιά. Ασχολείται με τη συγγραφή από την εφηβεία της. Ξεκίνησε με μικρά στιχάκια στο γυμνάσιο και σιγά – σιγά άρχισε να γράφει μεγαλύτερα κείμενα. Πλέον γράφει το δικό της μυθιστόρημα, εφηβική λογοτεχνία του φανταστικού, όπως κι ένα κείμενό της, της ίδια κατηγορίας, έχει εκδοθεί σε ανθολογία από τις εκδόσεις Συμπαντικές Διαδρομές.
Έχει σπουδάσει παιδαγωγικά σε ΙΕΚ και μέσα από τη σχολή ανακάλυψε πως μπορεί να γράφει και παραμύθια. Έχει στήριξη κι αυτό είναι που την βοηθά να συνεχίσει, από τους δασκάλους στη σχολή μέχρι τον οικογενειακό και φιλικό της περίγυρο. Αυτοί οι άνθρωποι είναι ο λόγος που πίστεψε πως μπορεί να το κάνει κι έτσι συνεχίζει.