Τα μάτια της Μαντλίν - ΓΡΑΦΕΙΝ
ΓΡΑΦΕΙΝ

Τα μάτια της Μαντλίν

«Όλοι με γνωρίζουν ως Πιέρ Νόρε, η αλήθεια είναι όμως, πως κανείς δεν με γνωρίζει. Mιλούν για τον δάσκαλο, τον τεράστιο όπως με αποκαλούν ακόμα, ζωγράφο. Έγινα αυτός που λένε, όχι όμως με τα πινέλα, μα με το θράσος μου. Δεν μου αρέσει να το θυμάμαι μα, να που τώρα θα το κάνω μπροστά σε όλον αυτόν τον κόσμο.

Πέρασαν πενήντα χρόνια από τότε κι ακόμα εκείνη η νύχτα με στοιχειώνει σαν κατάρα. Ο άνθρωπος ενίοτε ξεχνά τι έχει κάνει, αλλά δεν πρέπει ποτέ να ξεχνά από πού ξεκίνησε, γιατί τον τρώει το τέρας και μεταμορφώνεται σε κάτι απάνθρωπο.

Στα είκοσί μου ζωγράφιζα πορτρέτα στους δρόμους του Παρισιού. Στη συνέχεια άρχισε να με εμπνέει το σκοτάδι, ο πόνος, η θλίψη στα μάτια των αδύναμων ανθρώπων. Είχε τόση ζήτηση η δουλειά μου που γλυκάθηκα και ξέχασα τι ήταν αυτό που αγαπούσα να κάνω. Ο κόσμος ζητούσε την απελπισία για να νιώσει καλύτερα με τον εαυτό του κι εγώ το ίδιο. Ζωγράφιζα κι οι πίνακες μου ήταν σκοτεινοί, γεμάτοι δαίμονες. Έβλεπα σ’ αυτούς κομμάτια της ψυχής μου, ικανοποιημένος με όσα τα δύο μου χέρια έφτιαχναν. Οι τσέπες μου άλλωστε ξεχείλιζαν κι αυτό είχε μόνο σημασία τότε. Ανόητος, αυτό ήμουν.

Ήταν μία βροχερή Παρασκευή του Νοεμβρίου, τρία χρόνια μετά την απότομη κορύφωση του ονόματός μου και περπατούσα προς τη γέφυρα που είχα πρωτοξεκινήσει. Ένα πιτσιρίκι, όχι πάνω από δώδεκα, μ’ ένα κουρελιασμένο πανωφόρι και φθαρμένες σαγιονάρες, με κοίταξε σα να με περίμενε. Το πρόβλημα ήταν πως αντί να σκεφτώ ότι χρειαζόταν βοήθεια, σκέφτηκα τους επαίνους που θα κέρδιζα ζωγραφίζοντας εκείνα τα τεράστια μπλε, θλιμμένα μάτια. Με κοιτούσε, με τρομακτική αποφασιστικότητα καθώς άπλωνε μπροστά μου ένα χαρτί.

Παραδόξως ήταν στεγνό, αν και ταλαιπωρημένο κι εύθραυστο. Ανοίγοντάς το με έκπληξη, αντίκρισα το πρώτο μου πορτρέτο, τα πρώτα χρήματα που κέρδισα, τότε πάνω σε εκείνη τη γέφυρα. Μία γυναίκα αγκαλιά με την κόρη της. Όμορφες και οι δύο, φορούσαν το ίδιο μπουφάν, με μάγουλα ροδαλά και τεράστια λαμπερά χαμόγελα. Την κοίταξα με αποδοκιμασία. Αν κι έμοιαζε κάπως, δεν είχε καμία σχέση το κορίτσι που είχα μπροστά μου, με εκείνο που είχα σχεδιάσει. Θύμωσα, το πρώτο που σκέφτηκα βλέποντας το κορίτσι, με κάποια περιφρόνηση, ήταν πως το έκλεψε. Φώναξα.

Μου εξήγησε πως με θαύμαζε όταν τη ζωγράφιζα με τη μητέρα της και ήθελε να της μάθω να ζωγραφίζει. Είχα γελάσει θυμάμαι. Το πώς είχε καταλήξει, το παιδί, μόνο και ξυπόλυτο μέσα στην παγωνιά και τη βροχή δεν μου προκάλεσε καμία περιέργεια. Συμβαίνουν αυτά, είπα στον εαυτό μου και έκανα να φύγω.

Τότε, λέγοντάς μου πως έχει λεφτά, με έκανε να συνειδητοποιήσω το τέρας που είχα γίνει. Έβγαλε απ’ την τσέπη ακόμα ένα διπλωμένο χαρτί και μου το προσέφερε με χέρια σταθερά και βλέμμα γεμάτο ελπίδα. Το άρπαξα εκνευρισμένος για να το ανοίξω και για μερικά δευτερόλεπτα πάγωσα. Αισθάνθηκα μικρός, σαν χαστούκι ο αέρας με ταρακούνησε, με ξύπνησε από τη λήθη, ντροπιασμένος έκρυψα το πρόσωπο στα χέρια μου. Αν υπήρχε η δυνατότητα να κρυφτώ ολόκληρος μέσα σε αυτά θα το είχα κάνει.

Εκείνη η επιταγή, με το ποσό των εκατόν πενήντα ευρώ, έφερε τη δική μου υπογραφή. Θυμήθηκα τη ζητιάνα, που έναν χρόνο πριν, είχε ζητήσει να ποζάρει για την καμπάνια που έκανα με άστεγους. Έδινα χρηματικό ποσό για ανταμοιβή και μάλιστα πίστευα πως ήμουν φιλάνθρωπος. Θυμάμαι επίσης πόσο είχα ικανοποιηθεί που δάκρυσε, μιας και με αυτόν τον τρόπο, αν κατάφερνα να αποτυπώσω το πρόσωπό της ακριβώς με εκείνο το συναίσθημα της πληγωμένης υπερηφάνειας και θλίψης, ο πίνακάς μου θα γινόταν ασυναγώνιστα συναισθηματικός. Ύστερα από μερικές ώρες άφησα το πινέλο μου για να ελέγξω την εικόνα και είχα ενθουσιαστεί με το αποτέλεσμα. Η γυναίκα είχε προσπαθήσει να με πλησιάσει, κάτι να μου πει για μια Μαντλίν που ζωγράφιζε και ήθελε να με δει, αλλά δεν την κοίταξα δεύτερη φορά. Προσπερνώντας την, σα να μην είχε αξία, έτρεξα για να προλάβω κάτι, που πλέον δε θυμάμαι καν τι ήταν.

Άφησα την επιταγή να πέσει στο βρεγμένο πλακόστρωτο με τη συνειδητοποίηση αυτού που είχα μεταμορφωθεί να ταρακουνάει βίαια αυτόν που κάποτε ονειρευόμουν να γίνω. Τα μάτια μου θολά εξέταζαν το μικρό κορίτσι μπροστά μου, που δεν είχε πάψει να με παρατηρεί με εκείνα τα μπλε, τεράστια μάτια που ξεχείλιζαν μια λέξη που εγώ τρία χρόνια είχα ξεχάσει, αξιοπρέπεια.

Η Μαντλίν έλεγε πως ήθελε να μου μοιάσει, να ζωγραφίζει όπως εγώ, πως με θαύμαζε. Τρόμαξα στη σκέψη πως κάποιος θα ζωγράφιζε τόσο χυδαία σαν και μένα. Πήρα, μέσα σε εκείνα τα λίγα δευτερόλεπτα, την απόφαση που άλλαξε τη ζωή μου. Κάτω από τη δυνατή βροχή, συμφώνησα να γίνω δάσκαλος. Τη δίδαξα πώς να γίνει καλύτερη, πώς να κάνει τη θλίψη πίνακα με σεβασμό, χωρίς τον πρόστυχο βιασμό της. Εκείνη η νύχτα καθόρισε τη ζωή μου, συνάντησε ο άνθρωπος που είχα γίνει τον άνθρωπο που μπορούσα να γίνω και έγινα. Και την ευχαριστώ γι’αυτό.»

Η Μαντλίν με αγκάλιασε, οι μαθητές μου χαμογελούσαν με κατανόηση, δεν είχα μιλήσει πουθενά ως εκείνη τη στιγμή για το τέρας. Ο πίνακας, «Τα μάτια της Μαντλίν» στόλιζε τον χώρο της έκθεσης, είχαν μια δύναμη στη θλίψη τους, μια αρχοντική αξιοπρέπεια, όμοια με εκείνης της ζητιάνας. Δε με κατέκριναν, δε με χλεύασαν, αντίθετα με αγκάλιασαν δίνοντάς μου τη δυνατότητα να σβήσω λίγη από τη ντροπή που με βάραινε όλα αυτά τα χρόνια.

Έκλεισαν τα φώτα, η αίθουσα άδειασε, μα ο πίνακας μου έμεινε εκεί να κοιτάζει στο σκοτάδι τα υπόλοιπα πορτρέτα που φόρτωναν τους πέτρινους τοίχους. Υπερήφανος, έριξα μια τελευταία ματιά στην υπογραφή στους γύρω πίνακες, «Μαντλιν Νορέ» πριν κλειδώσω πίσω μου την πόρτα.

Αριάνα

Σου άρεσε;

Διάλεξε τα αστέρια που επιθυμείς!

Μέσος όρος 5 / 5. Σύνολο ψήφων: 16

Δεν υπάρχουν ψήφοι! Γίνε ο πρώτος που θα βάλει αστεράκια.

Μαριάννα Μακαριάν

Η Μαριάννα Μακαριάν ζει στον Πειραιά. Ασχολείται με τη συγγραφή από την εφηβεία της. Ξεκίνησε με μικρά στιχάκια στο γυμνάσιο και σιγά – σιγά άρχισε να γράφει μεγαλύτερα κείμενα. Πλέον γράφει το δικό της μυθιστόρημα, εφηβική λογοτεχνία του φανταστικού, όπως κι ένα κείμενό της, της ίδια κατηγορίας, έχει εκδοθεί σε ανθολογία από τις εκδόσεις Συμπαντικές Διαδρομές.
Έχει σπουδάσει παιδαγωγικά σε ΙΕΚ και μέσα από τη σχολή ανακάλυψε πως μπορεί να γράφει και παραμύθια. Έχει στήριξη κι αυτό είναι που την βοηθά να συνεχίσει, από τους δασκάλους στη σχολή μέχρι τον οικογενειακό και φιλικό της περίγυρο. Αυτοί οι άνθρωποι είναι ο λόγος που πίστεψε πως μπορεί να το κάνει κι έτσι συνεχίζει.

error: www.grafein.gr