Ο θυμός σιγοβράζει μέσα της. Φοβάται μην ξεχειλίσει. Δεν έχει φωνή — έχει βάρος. Σαν πέτρα στο στήθος. Σφιχτός σαν σπάγκος γύρω απ’ τον λαιμό της. Θερμός, υγρός, παρασιτικός. Δεν φεύγει. Δεν χαμηλώνει. Δεν παύει. Έχει δοκιμάσει τα πάντα. Κομπρέσες στο μέτωπο. Παγωμένες. Να μουδιάσει ο πυρετός μέσα της. Ουρλιαχτά, βαθιά στο μαξιλάρι, μέχρι να πρηστούν οι αμυγδαλές της. Καθάρισμα με μανία — χαρακιές σε κάθε γωνία του σπιτιού. Μοκέτες τριμμένες. Πάτωμα να γλιστράει από ιδρώτα. Το κορμί της να τρέμει — και πάλι τίποτα. Το μυαλό της κουδουνίζει. Τα μηνίγγια της καίνε. Σαν να της φωνάζει κάτι το κρανίο από μέσα. Ο θυμός στέκει εκεί. Ολόκληρος. Ζωντανός. Δεν είναι απλώς συναίσθημα. Είναι πλάσμα. Με πράσινα μάτια. Μια σκιά που κοιμάται μαζί της. Κάθεται δίπλα της στο τραπέζι. Αναπνέει στο αυτί της.
Η ώρα πέρασε. Πηγαίνει να πάρει τον μικρό από την προπόνηση. Το γυμναστήριο μυρίζει ιδρώτα, εφηβικές ορμόνες και πλαστικό. Το φως είναι παγωμένο. Το βλέμμα της πέφτει σε μια κούκλα: Ολόσωμη. Με θώρακα, στόμα, αυτιά. Στέκει όρθια. Σιωπηλή. Τα παιδιά τη χτυπούν με λύσσα. Λακτίσματα, γροθιές, φωνές. Τα πόδια τους βυθίζονται στο καουτσούκ. Ο ήχος ακούγεται χοντρός, μπουκωμένος. Κάθε χτύπημα λέει κάτι. Και τότε της έρχεται η ιδέα. Βρήκε κάτι που δεν αντιμιλά. Να ξεσπάσει πάνω του ό,τι δεν πρόλαβε, ό,τι δεν την άφησαν, ό,τι δεν τόλμησε.
Σχεδιάζει τα πάντα. Η κούκλα είναι ακριβή. Πανάκριβη. Δεν τη θέλει απλώς όρθια. Τη θέλει σταθερή. Βαριά. Να μη λυγίζει. Να μη φεύγει. Θέλει αντίπαλο. Στα μέτρα της. Στο ύψος των μαχών της. Βάζει χρήματα στην άκρη. Μήνα με τον μήνα. Κόβει απ’ αλλού. Δεν πειράζει. Τίποτα δεν είναι πιο επείγον από αυτό. Το μόνο δώρο που έχει ποτέ επιτρέψει στον εαυτό της. Δεν είναι υλικό. Είναι δικαίωση. Πρώτη φορά κάτι για εκείνη. Όχι για το παιδί. Όχι για τον άντρα. Όχι για τη μάνα. Μόνο για εκείνη.
Πέντε μήνες. Προσμονή. Κατάθεση πάνω στην επιβίωσή της. Η κούκλα φτάνει. Το κουτί είναι μεγάλο. Βαρύ. Το σέρνει μέχρι το πορτμπαγκάζ. Κοιτά γύρω. Να μη τη δει κανείς. Το οδηγεί μακριά. Μαζί με το κουτί, μεταφέρει κι όλο της τον θυμό. Έχει αφήσει το παιδί στην αδερφή της.
Έχει κλείσει Airbnb. Ηχομόνωση: υψηλή. Το γράφει καθαρά η αγγελία. Το διαβάζει δύο φορές. Σαν όρκος. Έχει ελέγξει τα πάντα. Πόρτες, τοίχοι, παράθυρα. Οι γείτονες λείπουν. Ο ιδιοκτήτης δεν είναι κοντά. Αν κάτι σπάσει, θα το πληρώσει. Δεν τη νοιάζει. Ένα βράδυ. Ένα καταφύγιο. Μόνη της. Με την κούκλα της. Και το αίμα της που βράζει.
Το σπίτι που έχει νοικιάσει είναι λιτό. Ψυχρό. Τέλειο. Ξετυλίγει την κούκλα ευλαβικά.
Τα μάτια της λάμπουν. Σαν παιδί που ο Άγιος Βασίλης δεν την ξέχασε. Μπαίνει στο ντους. Το νερό είναι καυτό. Ξεφλουδίζει το παρελθόν από πάνω της. Βγαίνει, χωρίς να σκουπίσει τα νερά από πάνω της. Στέκεται γυμνή μπροστά στην κούκλα. Το σώμα της έχει σημάδια. Σηκώνει το βλέμμα. Ντύνεται αργά. Έτοιμη.
Πρώτο λάκτισμα. Το κουτεπιέ της βρίσκει τον θώρακα. Το λάστιχο υποχωρεί ελάχιστα. Επανακάμπτει. Δεύτερο. Πιο σκληρό. Το σώμα της θυμάται. Τα γόνατα, τα ισχία, τα νεύρα. Βοηθάει που έχει πρόσωπο. Βοηθάει που μοιάζει με ισχυρό άντρα. Ο θυμός ανεβαίνει. Το στομάχι της γίνεται κόμπος. Ουρλιάζει. Άναρθρα. Από τα σπλάχνα. Σαν θηλαστικό που του παίρνουν το μικρό του. Σαν μάνα λύκαινα. Σαν πληγωμένο ελάφι. Τα χτυπήματα γίνονται ρυθμός. Η κούκλα πάει πίσω. Επανέρχεται. Με θράσος. Με αδιαφορία. Τότε μιλάνε τα χείλη της:
«Πότε έφτασα εδώ; Πώς;»
«Γιατί μου το έκανες αυτό παλιομαλάκα;»
«Πότε έκλεισα τα σαράντα, γαμώτο;»
Οι λέξεις της κόβονται. Ξεσπούν. Κατάρες. Βρισιές. Πρώτη φορά αφήνει τη γλώσσα της να βρωμίσει. Να γίνει όπλο. Ο ιδρώτας στάζει στο πάτωμα. Οι γροθιές της ματώνουν. Τα γόνατά της σκουραίνουν. Δεν νιώθει τον πόνο. Μόνο τη λύτρωση. Η κούκλα μοιάζει με τον άντρα της. Με τη νιότη της. Με τα όνειρά της. Με τα ανείπωτα λόγια της. Με το παιδί της. Με τη μάνα της. Με τον βραχνά της. Με την κοινωνία. Με τη ζωή την ίδια. Με τα πρέπει και τα φοβάμαι της. Με τα τραύματά της που δεν έχουν τελειωμό.
Δεν ξέρει πότε μπήκε στην κουζίνα. Ούτε πότε γύρισε με το μαχαίρι στο χέρι. Το χέρι της τρέμει. Το μάτι της όχι. Χώνει το μαχαίρι στο σώμα της κούκλας. Ξεσκίζει πρώτα τα αυτιά.
«Δεν με ακούς. Γιατί δεν με ακούς;»
«Ποτέ σου δεν με άκουσες. Ανίκανε!»
«Άχρηστα σου είναι τα αυτιά, μπάσταρδε!»
Γελάει. Τα μάτια της στάζουν βαθύ πράσινο φαρμάκι. Τρέμει από αδρεναλίνη. Ο πυρετός ανεβαίνει, όσο κυλάει η νύχτα. Ξεσκίζει τον αντίπαλο. Τον χτυπά με όλη της τη δύναμη με γόνατα, μπουνιές, νύχια, φωνή. Κυρίως: με ψυχή. Ξεριζώνει το κεφάλι. Το σηκώνει ψηλά. Σαν λάφυρο. Βάζει τα αυτιά στο στόμα της και τα φτύνει. Με εξευτελισμό. Σαν νίκη. Σαν θυσία. Σαν τέλος. Μα δεν νιώθει τίποτα. Σωριάζεται στο πάτωμα. Ακουμπά την ξεσκισμένη κούκλα στην αγκαλιά της. Της κρατάει το κεφάλι σαν μωρού. Το φιλάει στο μέτωπο.
«Συγγνώμη», ψιθυρίζει.
Το κοιτάζει στα μάτια. Κλαίει. Μόνη. Ένοχη. Τρελή. Ζωντανή. Προσπαθεί να ξαναβάλει τα αυτιά στη θέση τους. Μα πέφτουν. Στο ματωμένο τερέν.
«Σε πόνεσα πολύ, αγάπη μου;»






