Χελώνα, ένα ερπετό που το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της είναι το καβούκι, το οποίο προστατεύει το σώμα της από τραύματα, ταυτόχρονα όμως την κάνει αργή και δυσκίνητη και κυρίως την καταδικάζει να ζει μόνη μέσα σ΄ αυτό.
Ήταν στην άκρη του πεζοδρομίου σε έναν πολυσύχναστο εμπορικό δρόμο. Γύρω της περπατούσαν γρήγορα άνθρωποι χαμογελαστοί που έκαναν τα τελευταία ψώνια τους παραμονή των Χριστουγέννων. Όλοι αυτοί που είχαν προγραμματίσει να γιορτάσουν απόψε με τους αγαπημένους τους.
Χριστούγεννα, γιορτή αγάπης και κυρίως οικογενειακή. Εκείνη άκουε την βοή του πολυσύχναστου δρόμου και παρατηρούσε τους ανθρώπους που περπατούσαν γύρω της. Φοβόταν τους ανθρώπους, μην την τραυματίσουν πάλι. Είναι δύσκολο σκέφτηκε να ζει κανείς ανάμεσα στους ανθρώπους, το πιο δύσκολο και επικίνδυνο ον του πλανήτη όπως έχει εξελιχθεί. Γεμάτη πληγές, σχεδόν κάθε φορά που έβγαινε από το καβούκι της, είχε κλειστεί μέσα σ’ αυτό και απολάμβανε την ασφάλεια που της προσέφερε.
Ακόμα και κείνος ο Διονύσης που είχε καλή ψυχή, τελικά την πλήγωσε. Άθελά του αλλά την πλήγωσε. Ίσως είναι το γεγονός ότι είμαι πολύ ευαίσθητη σκέφτηκε, έξω από το καβούκι μου. Γι’ αυτό τελικά επέλεξε να μείνει μέσα σ’ αυτό και στην ασφάλεια που της προσφέρει.
Θα ήθελε να μπορεί και κείνη να τρέξει ανάμεσα στους ανθρώπους, να χαρεί τα Χριστούγεννα, και ακόμα καλύτερα, μέσα σε κάποια οικογένεια… Όμως το καβούκι είναι βαρύ για να κινηθεί γρήγορα και δεν της επιτρέπει να αγκαλιάσει αυτόν που θα την έκανε να νιώσει ασφάλεια. Υπάρχει όμως ασφάλεια έξω από αυτό, αναρωτήθηκε.
Από τις σκέψεις της την διέκοψε ο σερβιτόρος που της ζήτησε να τον πληρώσει, γιατί σε λίγο θα τελείωνε η βάρδια του. Η Ζωή πλήρωσε τον καφέ της και κοίταξε την χελώνα στην γωνία της καφετέριας ή οποία τής προκάλεσε όλες αυτές τις σκέψεις. Εκείνη έβγαλε το κεφάλι και τα πόδια από το καβούκι της και άρχισε να περπατά δειλά-δειλά και αργά. Ο δρόμος είχε αδειάσει αισθητά, αφού τα καταστήματα είχαν κλείσει πριν λίγο. Η Ζωή ήταν έτοιμη να σηκωθεί από το τραπέζι της για να επιστρέψει μόνη στο σπίτι της. Το κινητό της χτύπησε και η οθόνη έγραφε Διονύσης. Είχε λίγα δευτερόλεπτα να αποφασίσει αν θα έβγαινε από το καβούκι της.
Αν ο υπέρτατος σκοπός του καπετάνιου ήταν να γλυτώσει το πλοίο του, θα το κρατούσε για πάντα στο λιμάνι.
Θωμάς Ακινάτης, Ιταλός Δομινικανός μοναχός & φιλόσοφος (1225-1274)






