ΓΡΑΦΕΙΝ

Επισκεπτήριο

Ξάπλωνε στο κρεβάτι. Δε μιλούσε, δε σκεφτόταν, σχεδόν δεν ανέπνεε καν. Απόμακρος, δίχως ζωή. Από κάτω του ο “συγκάτοικός” του, ο Γιάννης. Σκότωσε λένε τη γυναίκα του, ο ίδιος ποτέ δεν ομολόγησε. Δώδεκα χρόνια φυλακής κι ακόμα έλεγε πως είναι αθώος. Ποτέ δεν ομολόγησε. Μιλούσαν για ώρες οι δυο τους, για θέματα πολλά, αυτές τις αναρίθμητες ώρες στο κελί. Οι ώρες της φυλακής περνούν αργά κι έπειτα γρήγορα, περνούν οι μέρες, τα χρόνια… Αρκεί να πείσεις τη καρδιά σου πως δε θα αλλάξει κάτι. Τότε το συνηθίζεις, τότε αφήνεσαι.
Ο Σταύρος, όμως, δεν αφέθηκε ποτέ. Πότε πέρασε ο καιρός από εκείνη τη βραδιά… Πότε έφυγαν χωρίς επιστροφή τόσες στιγμές, πώς πέρασαν στη λησμονιά; Μία, τουλάχιστον, δε λησμονήθηκε. Ξανά του ήρθε στο μυαλό. Έχει ζήσει αυτή τη γαμημένη μέρα χίλιες φορές. Συνέχεια ακούει στο μυαλό του τις ίδιες λέξεις, την ίδια φωνή:
«Το μεικτό Ορκωτό Δικαστήριο ομόφωνα κηρύσσει τον κατηγορούμενο Σταύρο Καραδήμου ένοχο δολοφονίας από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση. Με πλειοψηφία έξι εναντίον ενός αποφασίζεται ότι δεν συντρέχουν ελαφρυντικά. Το δικαστήριο, συνεπώς, επιβάλλει στον κατηγορούμενο την ποινή της ισοβίου καθείρξεως»
Δεν είχαν άδικο. Τη σκότωσε, ήθελε να τη σκοτώσει, το ήξερε ότι τη σκότωνε. Δεν ήταν βέβαια ήρεμος, μα ούτε εν βρασμώ. “Αυτό της έπρεπε” έλεγε στον εαυτό του. Αυτό σκεφτόταν και στο δικαστήριο, το είπε και στην απολογία του. Μαζί με πολλά άλλα που κανείς δε πίστεψε. Αυτή τη γαμημένη μέρα…

Τις σκέψεις του διέκοψε ο φρουρός Αλεξιάδης. «Καραδήμου! Ήρθε η κόρη σου να σε δει». Ξαφνιάστηκε. Λογικό ήταν. Τόσος καιρός πέρασε, τώρα ήρθε να τον δει;

Σηκώνοντας το ακουστικό, ένιωσε τη καρδιά του να χτυπά και πάλι όπως παλιά. Όπως είχε να χτυπήσει δώδεκα χρόνια. Από αυτή τη γαμημένη μέρα. Το χέρι του έτρεμε, τα μάτια του χόρευαν με τα δάκρυα. Έγινε βαριά η πνοή του, βαρύ τού φαινόταν και το ακουστικό. Με φωνή σπασμένη από τα χρόνια και το πόνο τής μίλησε: «Κόρη μου, αγα…»
«Δεν είμαι πια η κόρη σου». Δώδεκα χρόνια είχε να τη δει κι αυτό ήταν το πρώτο πράγμα που του είπε μόλις τον είδε. Οι λέξεις της σαν ξίφος μυτερό καρφώθηκαν στο στήθος του. Τι να της έλεγε; Κάποιες φορές η αλήθεια είναι χειρότερη απ’ το ψέμα. Τι να της έλεγε; Δεν είπε τίποτα.
«Δεν έχεις τι να πεις ε; Καλά κάνεις, αν δε μιλάς από ντροπή καλά κάνεις. Με κατέστρεψες και έχεις το θράσος να με λες και κόρη σου; Έτσι είναι οι πατεράδες, γαμώτο;»

Ο Σταύρος έσκυψε το κεφάλι. Τα δάκρυα κύλησαν στα μάγουλά του και έπεσαν στο πάτωμα. Δεν ήθελε να μιλήσει, μα τώρα πια έπρεπε.
«Υπάρχουν πράγματα που δε λέγονται παιδί μου. Κάποιες φορές βλέπεις σκοτάδι γιατί έχεις τα μάτια κλειστά. Άκου τον γέρο σου όσο τον έχεις»
«Κάποτε είχα και μητέρα. Εσύ μου τη στέρησες».
Ο Σταύρος σιώπησε. Για μια στιγμή μονάχα. Μέσα του πάλευε η ανάγκη για δικαίωση και η πατρική αγάπη. Τελικά επικράτησε η δεύτερη.

«Λυπάμαι», της είπε τελικά
Εκείνη δεν απάντησε. Άφησε το ακουστικό, σηκώθηκε, τον κοίταξε για λίγο μέσα απ’ το τζάμι που τους χώριζε κι έπειτα έφυγε. Εκείνος έμεινε εκεί. Ακούμπησε το κεφάλι του στο τραπέζι του επισκεπτηρίου. Μόνο όταν ήρθε ο φρουρός έφυγε. Λες και περίμενε να γυρίσει η κόρη του.

Η μνήμη τού χτύπησε ξανά τη πόρτα όπως γυρνούσε στο κελί του. Παρασκευή, πέντε και μισή το απόγευμα. Το παιδί ήταν στη Ρυθμική, εκείνος την είχε πάει. Ξέχασε να πεταχτεί κι απ’ το σούπερ να αγοράσει όλη τη λίστα που του έδωσε η γυναίκα του. Πολύ μεγάλη λίστα… γιατί;

Η πόρτα του σπιτιού ήταν ανοιχτή. Παράξενο. Προχώρησε με προσοχή. Άκουγε φωνές από μέσα. Η μηχανή παρκαρισμένη έξω από το σπίτι τού έδινε κάθε λόγο να ανησυχεί. Στο σαλόνι δεν υπήρχε κανείς, παρά μόνο δύο ποτήρια κρασί μισοτελειωμένα. Από τις σκάλες άκουγε ομιλίες. Πήρε ένα μαχαίρι από τη κουζίνα και ανέβηκε μερικά σκαλιά, ώσπου να μπορεί να ξεχωρίζει τους ήχους:

«Στα έχω έτοιμα. Δυο χιλιάρικα».
«Έκανα καλή δουλειά, παραπάνω περίμενα».
«Έχεις παλιώσει πια. Οι πελάτες θέλουν φρέσκο πράμα. Σαν τη κόρη σου».
«Δύσκολο να ξαναγίνω 14».
«Εσύ όχι… Εκείνη;»
«Τι;»
«Έχω πελάτες που ζητάνε συνέχεια τέτοια στα κρυφά. Μπορείς να βγάλεις τρελά λεφτά».
«Δεν ξέρω… Δεν μπορείς να βρεις κάτι για μένα; Δε θέλω να τη μπλέξω ακόμη. Είναι κι αυτός στη μέση…»
«Αυτοί πληρώνουν για νέο αίμα· και πληρώνουν πολύ καλά. Η Ελένη ήδη κατάλαβε το συμφέρον της. Ξέρεις πόσα της βγάζει η μικρή της τον μήνα; Δώδεκα, όσα και τα χρόνια της»
«Δώδεκα! Τόσα λεφτά αμαρτία να πάνε χαμένα… Θα περιμένω να φύγει ο Σταύρος με τη δουλειά στο Ηράκλειο και μετά κανονίζουμε. Εσύ να με θεωρείς μέσα».
«Με τη μικρή τι θα κάνεις;»
«Θα βρω τρόπο να τη πείσω. Είναι και λίγο χαζή αυτή, δε θέλει πολύ. Αλλά θέλω καλά λεφτά».
«Είπαμε, πληρώνουν καλά».

Δεν υπήρχε χρόνος για δεύτερη σκέψη. Με το μαχαίρι ακόμη κρατημένο όρμησε και στους δύο. «Θα πεθάνεις μωρή βρωμιάρα!». Μόνο αυτό ακούστηκε πρώτου το αίμα της κυλήσει σαν χείμαρρος απ’ τον κομμένο της λαιμό. Ο άντρας δίπλα της έτρεξε να φύγει. Έπεσε μόνος του στις σκάλες από τη βιασύνη.

Ο Σταύρος μπορούσε να τον φτάσει, όμως δεν το έκανε. Τυφλωμένος από την οργή έβγαλε το μένος του στο άψυχο σώμα της. Ούρλιαξε και σωριάστηκε στο πάτωμα. Πριν έρθει η αστυνομία, πήρε τηλέφωνο τη δική του μητέρα. Δε είπε πολλά:

«Μάνα, σκότωσα την Αφροδίτη. Να προσέχεις το παιδί μου».
Δεν της έδωσε χρόνο να απαντήσει. Το έκλεισε αμέσως και δεν απαντούσε στις κλήσεις της. Όσες φορές κι αν τον πήρε. Καθόταν εκεί, στο πάτωμα, μέχρι που ήρθε η αστυνομία, την ίδια ώρα που ήρθαν κι οι γονείς του να δουν τι έγινε. Πριν μπει στο όχημα γύρισε και τους μίλησε: «Το παιδί είναι στη Ρυθμική, να πάτε να την πάρετε. Για το βράδυ ήθελε κρέπες».

Σου άρεσε;

Διάλεξε τα αστέρια που επιθυμείς!

Μέσος όρος 4.9 / 5. Σύνολο ψήφων: 7

Δεν υπάρχουν ψήφοι! Γίνε ο πρώτος που θα βάλει αστεράκια.

Ηλίας Φιλιππίδης

Μέλος της μαθητικής συγγραφικής ομάδας Teenγραφείς