Το χέρι στο στήθος - ΓΡΑΦΕΙΝ
ΓΡΑΦΕΙΝ

Το χέρι στο στήθος

Καιρό τώρα ο Αντώνης, γνωστός ρεμπεσκές στα καφενεία του χωριού, γλυκοκοίταζε την Ανιώ, τη δεκαεφτάχρονη κόρης της Μυρτούς.  Κι εκείνη, θες από ανασφάλεια μη χάσει το κελεπούρι, θες από τη συνήθη νοοτροπία της επαρχίας, να μη δώσει δικαιώματα στη γειτονιά, έκανε τα στραβά μάτια κι αντί να κοιτάξει να προστατέψει το κορίτσι, καμωνόταν πως δε βλέπει τις ξελιγωμένες  ματιές που της έριχνε ο Αντώνης, κυρίως κάθε φορά που γυρνούσε μεθυσμένος από τα καφενεία τα βράδια κι όλο έπεφτε το βλέμμα του στη χαραμάδα με το φως που έφεγγε, πίσω από τη πόρτα της κοπέλας, που ξενυχτούσε και διάβαζε μέχρι αργά για τις Πανελλήνιες, με τ’ όνειρο να ξεφύγει από το ζοφερό περιβάλλον που ζούσε με την ταλαιπωρημένη χωρισμένη  μάνα της και τον πατριό  της…

Κάποιες φορές, προσπαθούσε να συγκρατηθεί το ρεμάλι, μα όσο μεγάλωνε και στρογγύλευαν οι εφηβικές καμπύλες της Ανιώς, τόσο δυσκολευόταν κι αυτός να συγκρατήσει τις διεστραμμένες ορέξεις του…

Κι όλο και τη τριγύριζε,  πότε στο μπάνιο, όταν έπλενε η κοπέλα  τα δόντια της, πότε στη κουζίνα το απόγευμα που έκανε το νοικοκυριό,  τάχα μου πως θέλει να φτάσει τα κουτιά με τη ζάχαρη και το καφέ πάνω από το ντουλάπι του νεροχύτη κι όλο με τρόπο και τυχαία τάχα μου δήθεν, άγγιζε πότε τη μέση του κοριτσιού, πότε τα πόδια της κι εκείνη ανήμπορη να τον σταματήσει τα ‘κρυβε κι από τη μάνα της τα καθέκαστα για να μη τη στεναχωρεί και περνούσε όσο περισσότερο καιρό μπορούσε στο δωματιάκι της…

Που να μιλήσει κι αυτό το δύστυχο δεν ήξερε και ν’ απευθυνθεί για βοήθεια. Στο σχολείο με τους συμμαθητές της δεν είχε πολλά πολλά μια και τη σνόμπαραν κι εκείνοι για τη ταπεινή καταγωγή της και για το διαζύγιο της μάνας της, κι ούτε πίστευε πως κανένας από τους καθηγητές της θα τη καταλάβαινε, απορροφημένοι καθώς ήταν κι αυτοί με τις διδασκαλίες τους κι ένα σωρό άλλα πράγματα μέσα στη διαδικασία της τάξης.  Άσε που ο καθένας κοιτούσε τον εαυτό του, ο μισθός να πέφτει και δεν ήθελαν και πολλά μπλεξίματα με τα προβλήματα που συχνά ενέσκηπταν στο σχολείο, κυρίως από τα προβληματικά παιδιά πολλών οικογενειών, είτε ήταν πλούσια, είτε φτωχά…

Κάποια στιγμή που πλησίασε μια Καθηγήτρια Φιλόλογο για να της μιλήσει, που τα πήγαινε καλά με τα παιδιά και πίστευε πως ίσως εκείνη της έδινε κάποια συμβουλή, φοβισμένη κι αυτή μη βρει κανένα μπελά με τη κλειστή κοινωνία της περιοχής, καθώς ήταν και νεοδιόριστη, έκανε πως δεν αντιλήφθηκε τη σοβαρότητα της κατάστασης και έκλεισε βιαστικά το θέμα, ψελλίζοντας διάφορες πρόχειρες συμβουλές να προσέχει και τέτοια κι έτσι γρήγορα η Ανιώ, σταμάτησε να προσπαθεί να βρει βοήθεια κι από ‘κείνη…

Έτσι, τα ‘λεγε μόνο στην Ελένη, τη φίλη της από το Δημοτικό και το κορίτσι, άμαθο και άπειρο κι αυτό σε τέτοιες καταστάσεις, δεν ήξερε  καλά καλά, τι να τη συμβουλέψει…

“Κάνε υπομονή”, της έλεγε μόνο, “να τελειώσει κι αυτή η χρονιά, να περάσεις στο Πανεπιστήμιο, να σηκωθείς να φύγεις από ‘κει…”

Τι να κάνει κι η Ανιώ, έκανε όπως της έλεγε η Ελένη και φρόντιζε να κλειδώνει μόνιμα τη πόρτα του δωματίου της και να λείπει στο φροντιστήριο, όσες περισσότερες ώρες μπορεί…

Εκείνο το βράδυ, κουρασμένο από τα διαβάσματα, την είχε πάρει ο ύπνος, πάνω στο γραφείο, μ’ ανοιχτό το φως κι όπως γύρισε ο Αντώνης μεθυσμένος το κλειδί για να μπει στο σπίτι το ξημέρωμα κατά πως συνήθιζε, αμέσως πρόσεξε πως η κλειδωμένη συνήθως πόρτα δίπλα στη κρεβατοκάμαρα του ζευγαριού ήταν ανοιχτή και τρελαμένος από το ποτό καθώς ήταν, αντί να πάει στη κάμαρα της Μυρτούς,  κατευθύνθηκε προς το δωμάτιο της Άννας…

Είδε το κορίτσι πεσμένο πάνω στα βιβλία και δεν έχασε καιρό…  άρχισε να της χαϊδεύει τα μαλλιά, σιγά στην αρχή, σχεδόν πατρικά, τάχα μου να τη βοηθήσει να ξαπλώσει στο κρεβάτι της και μόλις σχεδόν τη πέταξε πάνω του, της ψιθύρισε απειλητικά…

“Μη βγάλεις άχνα, γιατί θα σε σαπίσω στο ξύλο αύριο…”

Κι άρχισε ν’ απλώνει τα βρωμόχερά του, όπου εύρισκε, πάνω στο κορμάκι της Ανιώς, ενώ με το άλλο χέρι της έκλεινε το στόμα για να μην ακούσει τα τρομοκρατημένα βογγητά της η Μυρτώ, που κοιμόταν στο διπλανό δωμάτιο και ξεσηκωθεί…

Ούτε κατάλαβε  μέσα στη παραζάλη του μεθυσιού, τι τον χτύπησε στο κεφάλι, την ώρα που ‘χε στριμώξει για τα καλά την Ανιώ στη γωνιά του κρεβατιού κι ετοιμαζόταν να βγάλει πάνω του τ’ αρρωστημένα απωθημένα του…

Όταν ξύπνησε μετά από ώρα, ήταν δεμένος χειροπόδαρα, δίπλα στο κρεβάτι της Ανιώς, μ’ ένα χοντρό σκοινί, εκείνο που χρησιμοποιούσε η Μυρτώ για τις μπουγάδες και τις αγγαρείες του σπιτιού… η Μυρτώ τον είχε δέσει τόσο καλά που του ήταν αδύνατο να λυθεί μοναχός του…

Μόλις ξημέρωσε ο Θεός τη μέρα, η Μυρτώ ασθμαίνοντας, ειδοποίησε τον ξάδερφό της το Τάκη, που δούλευε στο Αστυνομικό τμήμα της περιοχής κι αμέσως δυο Αστυνομικοί, έφτασαν στο σπίτι, απομακρύνοντας το Νταή, δεμένο με χειροπέδες και προφυλακίζοντάς τον, μέχρι την προανακριτική  διαδικασία…

Καταπέλτης στάθηκαν οι μαρτυρίες μάνας και κόρης στο Δικαστήριο για την αποτρόπαιη συμπεριφορά του Αντώνη, μα κυρίως εκείνη της Μυρτούς, που για πρώτη φορά αποφάσισε να σηκώσει ανάστημα και να προστατέψει τη κόρη της, αδιαφορώντας για τα κουτσομπολιά της γειτονιάς και του χωριού…

Οι δυο γυναίκες απαλλάχτηκαν ύστερα απ’ αυτό οριστικά από τη παρουσία του Αντώνη, αλλάζοντας και πόλη, όταν την επόμενη χρονιά η Άννα πέρασε απ’ τους πρώτους στο πανεπιστήμιο σε άλλη μεγαλύτερη πόλη, αρκετά χιλιόμετρα μακριά από το χωριό και παίρνοντας μαζί της τη  Μυρτώ…

Ο Αντώνης τιμωρήθηκε με βαρύ πρόστιμο και αρκετά χρονάκια στη στενή κατά πως ορίζει ο νόμος για τέτοιες περιπτώσεις κι εξαφανίστηκε  απ’ το χωριό μετά απ’ αυτό, χωρίς να κρατήσει καμιά επαφή με τους συγχωριανούς παρ’ εκτός μια μακρινή ξαδέρφη  του που μάθαινε πότε πότε αόριστα κάποια νέα του από μακριά…

Η ρουτίνα δεν άργησε να ξαναγυρίσει στο μικρό χωριό μα η ιστορία της Άννας και της Μυρτώς, δεν έφυγε εύκολα από τη μνήμη του…

Κι από τότε αν κι απλοϊκές και οι περισσότερες γυναίκες του χωριού, έμαθαν σιγά σιγά, παίρνοντας παράδειγμα από τη Μυρτώ, να μη δέχονται αδιαμαρτύρητα τη βία και την καταπίεση αλλά να υψώνουν ανάστημα σ’ όποιον υπονομεύει την ψυχή τους αλλά και τη σωματική τους ακεραιότητα, στήνοντας σιγά σιγά, ένα προστατευτικό πλέγμα γύρω από τα πιο αδύναμα μέλη της κοινότητας ώστε στο μέλλον να λιγοστεύουν όλο και περισσότερο τα περιστατικά λεκτικής και σωματικής βίας και στο χωριό αλλά και στη κοινωνία ολόκληρη…

Σου άρεσε;

Διάλεξε τα αστέρια που επιθυμείς!

Μέσος όρος 4.7 / 5. Σύνολο ψήφων: 22

Δεν υπάρχουν ψήφοι! Γίνε ο πρώτος που θα βάλει αστεράκια.

Ειρήνη Χιώτη

Η Ειρήνη Χιώτη γεννήθηκε το 1970 και μεγάλωσε στο Αγρίνιο Αιτ/νιας. Σπούδασε στο τμήμα Φιλοσοφίας - Παιδαγωγικής, στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και είναι κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος ειδίκευσης στη Διαχείριση Κρίσεων από το Γεωλογικό τμήμα του Πανεπιστημίου Αθηνών. Έχει δημοσιεύσει τα πρώτα της παραμύθια στον έντυπο και ηλεκτρονικό εγχώριο τύπο, καθώς και στίχους και διηγήματα. Αγαπά τα ταξίδια, τη λογοτεχνία και τη δημιουργική μεταποίηση αντικειμένων στον ελεύθερο χρόνο της.

error: www.grafein.gr