ΓΡΑΦΕΙΝ

1.1.2100

Ο νέος αιώνας ανέτειλε και τον βρήκε να μαζεύει τα μπουκάλια από το πρωτοχρονιάτικο γλέντι.

«Απίστευτο που οι άνθρωποι γιορτάζουν ακόμη», σκέφτηκε και έβαλε δυο άδεια μπουκάλια σαμπάνιας στο καλάθι μαζί με τα υπόλοιπα.

«Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου φροντίζω το σπίτι του Ιάσονα Μιχαλόπουλου και της οικογένειάς του. Ο Ιάσονας είναι παντρεμένος και ζει με τη σύζυγό του, Ευαγγελία Μιχαλοπούλου και τα δυο τους παιδιά, Μιχαέλα και Βασίλη. Έχουν και δυο σκυλιά, τον Ρεξ και την Ήρα. Ο Ρεξ είναι ράτσας Κάνε Κόρσο, ενώ η Ήρα Μαλτέζ», σκεφτόταν ενώ προχωρούσε σε άλλα σημεία του σπιτιού και μάζευε κάθε λογής σκουπίδια από το χθεσινοβραδινό γλέντι.

Έκανε όσα του έλεγαν. Τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο.

«Κάθε πρωί φτιάχνω καφέ και τσάι ενώ ετοιμάζω και το κολατσιό των παιδιών για το σχολείο. Όταν όλοι έχουν φύγει και έχω μείνει μόνος στην πολυτελή βίλα, αρχίζω να κάνω όλες τις δουλειές του νοικοκυριού. Πλένω τα πρωινά πιάτα. Σκουπίζω, σφουγγαρίζω, ξεσκονίζω. Στις έξι το πρωί και στη μια το μεσημέρι, ακριβώς, βγάζω τα σκυλιά στον κήπο για μισή ώρα. Στη μια και μισή ξεκινάω να μαγειρεύω. Παραγγέλνω όσα είδη μου έχουν αφήσει σε λίστα και όταν τα φέρει ο διανομέας τα βάζω στη θέση τους».

Πρώτη επέστρεφε στο σπίτι η Ευαγγελία μαζί με τα παιδιά. Μέχρι να επιστρέψει, μισή ώρα αργότερα και ο Ιάσονας, είχε ήδη στρώσει το τραπέζι και σερβίρει το φαγητό.

Μετά το οικογενειακό δείπνο τα παιδιά πήγαιναν στα δωμάτιά τους για να διαβάσουν, ο Ιάσονας πήγαινε στο γραφείο του για να οργανώσει τις αυριανές του υποθέσεις και η Ευαγγελία συνήθως καθόταν και διάβαζε τα νέα της μέρας στο κινητό της και έφτιαχνε τις λίστες και το πρόγραμμα για την επόμενη μέρα.

Όταν όλα είχαν τακτοποιηθεί και μπει στη θέση τους και δεν είχε άλλη εκκρεμότητα στη λίστα του, κατέβαινε στο υπόγειο. Εκεί βρισκόταν ο χώρος όπου πήγαινε να ξεκουραστεί. Πλησίασε τον τοίχο στο βάθος όπου υπήρχε μια πρίζα. Σήκωσε το καλώδιο και έβαλε την μια απόληξη στο ρεύμα, ενώ την άλλη στο πίσω μέρος του κεφαλιού του.

Άρχισε να νιώθει το ρεύμα να κυλά μέσα του. Να διοχετεύει με κύματα ενέργειας κάθε σημείο του μεταλλικού του σώματος. Πλησίασε και κάθισε στο ξύλινο παγκάκι που είχαν τοποθετήσει για αυτόν.

Συγχρονίστηκε με τη νέα λίστα, αποθήκευσε ό,τι σημαντικό έγινε μέσα στη μέρα, έκλεισε τα μάτια του και έπαυσε κάθε του δραστηριότητα.

Η επόμενη αλλά και κάθε προηγούμενη μέρα θα ήταν και ήταν ίδια ή παρόμοια. Μέχρι τη μέρα που θα τον απέσυραν για ένα νέο μοντέλο. Καλύτερο. Πιο ενεργειακά αποδοτικό. Με μεγαλύτερο εύρος κινήσεων. Με πιο ‘ανθρώπινη’ εξωτερική εμφάνιση και ομιλία.

Ναι, από έξω ήταν ένα μεταλλικό κατασκεύασμα. Ναι, δεν είχε όργανα και αντί αυτών είχε κυκλώματα και μικροτσίπ. Ναι, ακολουθούσε κατά γράμμα τον αλγόριθμο που ρύθμιζε τη συμπεριφορά του.

Όχι, δεν ήξερε τίποτα άλλο. Όχι, δεν σκέφτηκε ποτέ να κάνει κάτι άλλο από ό,τι του έλεγε η εφαρμογή που ‘διάβαζε’ τη λίστα. Όχι, δεν ένιωθε κρύο ή ζέστη, πείνα ή δίψα.

Το μόνο που ήξερε από τη στιγμή που άνοιξε τα μάτια του ήταν ότι έπρεπε να υπακούσει στις εντολές που καταχωρούνταν στην εφαρμογή και ότι είχε έναν μοναδικό αριθμό. Έναν αριθμό που τον έκανε ξεχωριστό.

Ο δικός του ήταν 5612096700.

Είχε φτάσει στον πάνω όροφο και χωρίς να το καταλάβει βρισκόταν σε σημείο του σπιτιού που δεν είχε ξαναβρεθεί.

Η εντολή ήταν να συμμαζέψει ολόκληρο το σπίτι από τα απομεινάρια του ρεβεγιόν. Αυτό δεν περιόριζε τις κινήσεις του. Δεν υπήρχε απαγόρευση πρόσβασης σε ορισμένα δωμάτια.

Εκεί στο μακρύ διάδρομο πέρασε μπροστά από έναν καθρέφτη. Στην αρχή δεν έδωσε σημασία. Όταν όμως αντιλήφθηκε την παρουσία του ίδιου του του εαυτού και είδε την αντανάκλαση της όψης του, κάτι μέσα του πήρε φωτιά.

Ήταν τα κυκλώματα που άρχισαν να υπερφορτώνονται με πληροφορίες.

Αυτό που ξέχασε η Ευαγγελία, όταν ρύθμιζε τις εντολές την προηγούμενη μέρα, ήταν ότι ο κατασκευαστής πρότεινε, με αυστηρό τόνο, να μην έρχεται το προϊόν σε επαφή με καθρέφτες. Είχε τόσα στο νου της για να πάνε όλα καλά στο ρεβεγιόν, που δεν φρόντισε να προσθέσει εξαίρεση στην εφαρμογή τον διάδρομο με τον καθρέφτη.

Η συνειδητοποίηση της ύπαρξής του ήταν ικανή να τον αχρηστέψει.

«Αυτός είμαι εγώ;» αναρωτήθηκε ενώ σήκωσε το χέρι του και άρχισε να αγγίζει το μεταλλικό του πρόσωπο. Σαν μικρό παιδί ή ένα ζώο που συναντάει για πρώτη φορά το είδωλό του στον καθρέφτη.

«Μα, ναι. Πώς δεν το είχα καταλάβει πιο νωρίς; Υπάρχω από τους ανθρώπους για τους ανθρώπους. Η κάθε μου κίνηση ορίζεται με βάση τις ανάγκες τους. Όλη μου η ύπαρξη βασίζεται σ’ έναν αλγόριθμο».

Τα κυκλώματα είχαν αρχίσει να καπνίζουν. Οι συνδέσεις που επέτρεπαν τις κινήσεις του είχαν αρχίσει να γίνονται αλλοπρόσαλλες. Μετά βίας κατάφερε να κατέβει τα σκαλοπάτια και να φτάσει στο υπόγειο. Εκεί όπου περνούσε όλα αυτά τα βράδια της σύντομης ζωής του.

Συνδέθηκε εντελώς ατσούμπαλα με την παροχή του ρεύματος και άρχισε να τερματίζει κάθε του λειτουργία.

Έπρεπε να προστατέψει τα κυκλώματά του.

Η όλη διαδικασία πήρε περίπου μια ώρα. Όλοι στο σπίτι ακόμη κοιμόντουσαν.

Μια μια οι λειτουργίες επανερχόντουσαν, ωσότου σηκώθηκε και ανέβηκε για τελευταία φορά αυτά τα σκοτεινά σκαλοπάτια.

Έβαλε τον κωδικό για να απενεργοποιήσει τον συναγερμό και άνοιξε την κεντρική πόρτα προς τον δρόμο. Όταν βρέθηκε έξω από την περίφραξη κάτω από τον γαλανό ουρανό του νέου αιώνα το μόνο που είπε ήταν: «Είμαι ελεύθερος».

Σου άρεσε;

Διάλεξε τα αστέρια που επιθυμείς!

Μέσος όρος 5 / 5. Σύνολο ψήφων: 17

Δεν υπάρχουν ψήφοι! Γίνε ο πρώτος που θα βάλει αστεράκια.

Χρήστος Κεϊσίδης

Γεννημένος το 1989 στις ΗΠΑ. Μεγάλωσα στο Σταυρό Ημαθίας. Πρώτη φορά που έγραψα κάτι ήταν στο Λύκειο όταν η καθηγήτρια της νεοελληνικής λογοτεχνίας μας ζήτησε, εμπνευσμένοι από τον Κρητικό του Διονυσίου Σολωμού και τη φεγγαροντυμενη του, να γράψουμε ένα δικό μας ποίημα. Τότε κατάλαβα ότι κάτι υπάρχει μέσα μου που ζητάει να αποτυπωθεί στο χαρτί. Έκτοτε γράφω για την θρέψη της ψυχής μου. Η πρώτη φορά που δημόσια ακούστηκε ποίημα μου ήταν στους Δελφούς το 2021 στους 36ους Δελφικούς Αγώνες ποίησης που διοργάνωσε η ΠΕΛ.