ΓΡΑΦΕΙΝ

Ονειροπράκτορες – Μέρος 11: Μια ξεχασμένη ιστορία

Διαβάστε εδώ το 11ο μέρος

Μια φορά κι έναν καιρό, σε αυτό εδώ το μέρος ζούσε ένας βασιλιάς με τον γιό του, ένα ευγενικό κι αγαπητό αγόρι, που βοηθούσε πάντα όσους είχαν ανάγκη. Πολύ σύντομα ο βασιλιάς του μίλησε για το έθιμο του δεσίματος και εκείνος δέχτηκε να δεθεί με την Πριγκίπισσα από τον Ουρανό κόσμο του Κρόνου. Ήξερε πως ήταν μια πανέμορφη νεράιδα, με μαγικές δυνάμεις που θα βοηθούσαν τους κόσμους τους να ονειρεύονται μέσα και από τον πιο δύσκολο εφιάλτη.

Τα δύο παιδιά έπλεξαν την κλωστή που στο μέλλον θα τα οδηγούσε στον γάμο τους και στους θρόνους των βασιλείων τους ενώνοντάς τους για πάντα. Τα χρόνια πέρασαν και ο βασιλιάς πέθανε, ο γιος του κάθισε στον θρόνο πάνω από τον κόσμο των ανθρώπων. Ο πόνος του νέου βασιλιά ήταν τεράστιος, δεν τον ενδιέφερε τίποτα, αγαπούσε τόσο πολύ τον πατέρα του που όταν εκείνος χάθηκε πήρε μαζί του και ότι φωτεινό είχε ο γιος του.

Ήταν πλέον ένας δεκαεφτάχρονος αλαζόνας, κακότροπος βασιλιάς, που αδιαφορούσε για τους ανθρώπους όσο και για τα ίδια τα πλάσματα που κυβερνούσε. Τον φοβόντουσαν όλοι, οι σύμβουλοί του είχαν πάψει να τον συμβουλεύουν, οι φίλοι του δεν τον πλησίαζαν πια. Δεν έπλεκε όνειρα μόνο εφιάλτες, μισούσε το φως κι η καλοσύνη του έμοιαζε για αδυναμία. Έκανε συνέχεια βασιλικούς χορούς, που οι βασιλιάδες και οι βασίλισσες μόνο μπορούσαν να πάνε, τα πλάσματα του κόσμου του ζούσαν αδύναμα και ταλαιπωρημένα έχοντας ξεχάσει πόσο σημαντικά και δυνατά ήταν. Είχε αφήσει την φωτεινή του πλευρά για την σκοτεινή.

Οι μέρες περνούσαν μα το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν οι γιορτές και το φαγοπότι, όλα τα δάση είχαν ξεραθεί εκτός από εκείνο που ο πρώτος βασιλιάς είχε χαρίσει στην πριγίπισσα του Κρόνου. Τα νέα για τον κακότροπο νεαρό βασιλιά έφτασαν παντού, όλες οι πριγκίπισσες γελούσαν με την τύχη τους που δεν είχαν δεθεί μαζί του. Η πριγκίπισσα του Κρόνου ανησυχούσε πολύ, αλλά ήταν σίγουρη πως θα τον βοηθούσε να βρει ξανά το φως που είχε κοιμίσει μέσα του.

Μόλις εκείνη έφτασε στο Κάστρο υπήρχε μουσική και γέλια, παντού είχε φώτα και φαγητό. Όταν στάθηκε μπροστά του χαμογέλασε, είχε οργανώσει πάρτι για την υποδοχή της όπως έλεγε το έθιμο.

«Βασιλιά μου, σήμερα είναι η μέρα που η κλωστή που πλέξαμε πριν δέκα χρόνια θα δεθεί για πάντα όπως οι πατεράδες μας ήθελαν». Έπεσε σιωπή, οι σύμβουλοι πρώτα χαμογέλασαν γεμάτοι ελπίδα, μα βλέποντας πως ο βασιλιάς δεν μιλούσε σύντομα σταμάτησαν. Δεν την αναγνώρισε αντίθετα, γέλασε μαζί της, με τα ρούχα της που δεν γυάλιζαν καθόλου σε σχέση με τα δικά του. Γέλασε δυνατά και κάποιοι στην αίθουσα τον αντέγραψαν.

«Μα τι ανοησίες είναι αυτές;» όταν είδε πως οι σύμβουλοι το ήξεραν και συμφωνούσαν μαζί της εξοργιστικέ. Τα μάτια του έγιναν κόκκινα και φώναξε : « Γιατί να θέλει κάποιος να με δέσει μαζί σου; κοίτα πόσο φωτεινή είσαι με στραβώνεις, ξεκουμπίσου, φύγε από εδώ και μην τολμήσεις να περάσεις αυτές τις πόρτες ξανά!» με μία κίνηση των χεριών του την πέταξε έξω απ’ το κάστρο. Η Πριγκίπισσα έκλαψε για αρκετή ώρα μέχρι που σκούπισε τα μάτια της και σηκώθηκε όρθια.

Μόλις έφυγε και ο τελευταίος καλεσμένος, πέρασε τις πύλες. Οι δύο τους πάλεψαν, τον μίσησε, πως τόλμησε να την κοροϊδέψει και να αθετήσει τον λόγο του; Ο βασιλιάς συνέχισε να γελάει μαζί της, η αγάπη που ένιωθε για εκείνον ξεχάστηκε μέσα της.

Την ίδια στιγμή, η λάμψη της έφυγε και τα ρούχα της σκίστηκαν, τα μαλλιά της έπεσαν και το δέρμα της γέμισε ρυτίδες και πανάδες. Όταν είδε τον εαυτό της στον καθρέφτη ούρλιαξε.

«ΕΣΥ!» οργισμένη του έκλεψε τις δυνάμεις κι έτσι όπως στεκόταν ανίσχυρος και τρομοκρατημένος έπεσε στα πόδια της. « Εσύ είσαι η αιτία όλου του σκοταδιού του κόσμου αυτού! Έδιωξες το φως και αγκάλιασες το σκοτάδι! Μέχρι να θυμηθείς ποιος είσαι μέχρι να καταλάβεις το σκοτάδι και το φως και να τα αγκαλιάσεις και τα δύο, οι δυο σου πλευρές θα ζουν χώρια! Όπως χώρια τις έχεις και τώρα μέσα σου. Θα πολεμούν και θα πεθαίνουν για εφτά αιώνες! Μέχρι να σκοτεινιάσει το φως και να φωτίσει το σκοτάδι δε θα μπορέσεις να είσαι ποτέ ξανά ολόκληρος, μέχρι να θυμηθείς ποιος ήσουν και ποια ήμουν!»

 Και με αυτά τα λόγια ο βασιλιάς εξαφανίστηκε και η Ονειρίλεια χάθηκε μέσα στο δάσος που της είχε χαρίσει ο πρώτος βασιλιάς περιμένοντας τα μάγια που την μεταμόρφωσαν να λυθούν. Αυτό θα γινόταν μόνο όταν ο βασιλιάς θα ήταν πάλι ολόκληρος και με τις δύο πλευρές του ενωμένες. Μόνο τότε και ο δεσμός τους θα ήταν πάλι ζωντανός ώστε να τον κόψουν όπως πρέπει για να είναι και εκείνη ελεύθερη».

Ο Ονειρούλης δεν μπορούσε να πιστέψει ότι άκουσε, όλα τα ονειροπλάσματα είχα μείνει με ανοιχτό το στόμα. Η ομάδα των Δακρύων είχε πέσει στο έδαφος και παρηγορούσε τον Κόρικο που έκλαιγε με μαύρο δάκρυ από όσα άκουσαν.

Μέσα απ’ το σιντριβάνι εμφανίστηκε ένα περίεργο Ονειρόπλασμα. Έμοιαζε με τους ανθρώπους μα είχε κεραίες σαν τις δικές τους και μοβ μάτια. Κοίταξε την Ονειρίλεια και έπεσε στα πόδια της ζητώντας της συγγνώμη. Η πριγκίπισσα, που τελικά δεν ήταν η κακία μάγισσα που είχε καταραστεί το δάσος τους, τον αγκάλιασε. Τον δεσμό δεν τον έσπασαν αντίθετα τον έσφιξαν και ακολούθησε στο Κάστρο μια γιορτή πιο λαμπρή και από τον ήλιο.

Τα όνειρα και οι εφιάλτες πλέον έδεναν αρμονικά, ο Ονειρούλης έκανε ιδιαίτερα μαθήματα με την αλεπού και τσακώνονταν συνέχεια. Η Αμέλεια είχε γίνει σύμβουλος του συμβούλου, ενώ η Ονειρένια είχε την δική της Ονειρομάδα πλέον.

 

3 χρόνια μετά

«Γρήγορα Σίφουνα, πιάσε εκείνον τον εφιάλτη πάει σε λάθος παιδί!»

«Είμαι δίπλα σου, δεν χρειάζεται να ουρλιάζεις!» του φώναξε μέσα στο αφτί και ο Ονειρούλης πλέον δεν άκουγε τίποτα για μερικά λεπτά.

Ο Σίφουνας κατάφερε να διορθώσει το λάθος αμέσως, βουτώντας στο σύννεφο πάνω από το σπίτι του μικρού παιδιού. Για ακόμα μία φορά, η αποστολή τους είχε τελειώσει πρώτη, της Ονειρένιας ακολούθησε δεύτερη.

«Το περίμενες πως αυτοί οι δύο θα γίνονταν φίλοι;» είπε ο Ονειρούλης στην Μελωδία όταν είδε τον Σίφουνα και την Φρίντα να γελάνε κοντά στο σιντριβάνι.

«Γιατί περίμενε κανείς πως ο Εφιάλτιους ήταν το άλλο μισό του βασιλιά μας, πως η μάγισσα ήταν πριγκίπισσα και πως το δάσος δεν ήταν καταραμένο;» είπε και η Συννεφένια το φίδι.

«Ή ότι θα περάσει ο Ονειρούλης τα μαθήματα και θα γίνουμε Ονειρομάδα;» συμπλήρωσε και ο Σίφουνας που είχε πλησιάσει.

«Αυτό όχι, δεν περίμενε κανείς!» συμφώνησε η Αμέλεια. Όλοι γέλασαν δυνατά, ο Ονειρούλης όμως τους αγριοκοίταξε.

«Το αστείο αυτό δεν είναι πια αστείο!» διαμαρτυρήθηκε.

«Μπορεί, μα αυτό το αστείο είναι το μόνο που έμεινε ίδιο στην Ονειροχώρα». Ο σύμβουλος πλησίασε και έδωσε δύο χρυσά κοχύλια στον Σίφουνα. Ο Ονειρούλης τον αγριοκοίταξε.

«Ίσως δεν είναι το μόνο που έχει μείνει ίδιο!» τον μάλωσε.

«Έχεις δίκιο πάντα θα στοιχηματίζω σε εσένα!» του απάντησε κλείνοντάς του το μάτι. Ο Ονειρούλης του χαμογέλασε συγκινημένος πριν πάρει την επόμενη αποστολή για να βουτήξουν όλοι μαζί στον κόσμο των ανθρώπων.

Σου άρεσε;

Διάλεξε τα αστέρια που επιθυμείς!

Μέσος όρος 4.8 / 5. Σύνολο ψήφων: 5

Δεν υπάρχουν ψήφοι! Γίνε ο πρώτος που θα βάλει αστεράκια.

Μαριάννα Μακαριάν

Η Μαριάννα Μακαριάν ζει στον Πειραιά. Ασχολείται με τη συγγραφή από την εφηβεία της. Ξεκίνησε με μικρά στιχάκια στο γυμνάσιο και σιγά – σιγά άρχισε να γράφει μεγαλύτερα κείμενα. Πλέον γράφει το δικό της μυθιστόρημα, εφηβική λογοτεχνία του φανταστικού, όπως κι ένα κείμενό της, της ίδια κατηγορίας, έχει εκδοθεί σε ανθολογία από τις εκδόσεις Συμπαντικές Διαδρομές.
Έχει σπουδάσει παιδαγωγικά σε ΙΕΚ και μέσα από τη σχολή ανακάλυψε πως μπορεί να γράφει και παραμύθια. Έχει στήριξη κι αυτό είναι που την βοηθά να συνεχίσει, από τους δασκάλους στη σχολή μέχρι τον οικογενειακό και φιλικό της περίγυρο. Αυτοί οι άνθρωποι είναι ο λόγος που πίστεψε πως μπορεί να το κάνει κι έτσι συνεχίζει.