ΓΡΑΦΕΙΝ

Ο ποντικός και το χάμστερ

Ωραία κάθομαι, έχω την ησυχία μου. Μακριά από τους υπολοίπους που με ενοχλούν όλη την ώρα. Να σου πω, έπρεπε να το είχα σκεφτεί καιρό πριν, αλλά δεν πειράζει, ποτέ δεν είναι αργά. Κι ας με λένε γκρινιάρη και παράξενο, τι ξέρουν αυτοί; ‘Έτσι κι εγώ κοινωνικός ήμουν, μέχρι που κατάλαβα ότι όλοι τους, τις ίδιες συζητήσεις κάνουνε. ‘Όσο βαρετό με έχουν εμένα, άλλο τόσο βαρετούς τους έχω εγώ. Ε μα είναι δυνατόν να μη μιλάνε για τίποτε άλλο πέρα από το ποντικόσφαιρο, τα τυριά και τις τρύπες που ανοίγουν εδώ κι εκεί με τις δοντάρες τους; Ορισμένοι κιόλας το βλέπουν κι ανταγωνιστικά: αρχίζουν να λένε για το πόσες τρύπες έχει ανοίξει ο καθένας κλπ. Κάπως έτσι κι εγώ άρχιζα να απομακρύνομαι από τις παρέες τους. ‘Όχι τίποτα άλλο, αλλά εμένα το σπίτι μου δεν έχει τρύπες, είναι πολύ περιποιημένο. Θα πρέπει να είμαι το μοναδικό ποντίκι στη γειτονιά με σπίτι χωρίς τρύπες. ‘Έχω να το περηφανεύομαι για το σπίτι μου, κι ας τους να λένε. Καλύτερα η μοναξιά μου.

Από τότε που το αποφάσισα αυτό, έχω βρει μπόλικο χρόνο να κάνω αυτά που πάντα ήθελα. Κι ας γκρινιάζει η μάνα μου πότε θα παντρευτώ. Εδώ κοντεύω να γεράσω και η μάνα μου ακόμα σκέφτεται εγγόνια. Είμαι πολύ ευχαριστημένος όπως είμαι. Βλέπω τις ταινίες που θέλω, διαβάζω τα βιβλία μου, παίζω παιχνιδάκια στον υπολογιστή και, κυρίως, πλέον αγοράζω την εφημερίδα που άλλαξε τη ζωή μου και τη φιλοσοφία μου, τη γραψαρχιδινή. Αν δεν έχεις ποτέ διαβάσει γραψαρχιδινή, δεν ξέρεις τι χάνεις. Θα μπορούσα κάλλιστα να την είχα εκδώσει εγώ. Κάποια δυσαρεστημένα ποντίκια έχουν μαζευτεί κι εκδίδουν αυτή την εφημερίδα και έχουν βρει την υγειά τους, γιατί μιλάνε για άλλα πράγματα, πέρα από το ποντικόσφαιρο, τα τυριά και τις τρύπες. Και κυρίως έχουν τη φιλοσοφία να τα γράφεις όλα και να κάνεις τη ζωάρα σου όπως θες, μακριά από άσκοπες συζητήσεις. ‘Έτσι κι εγώ παίρνω κάθε μέρα τη γραψαρχιδινή, κάθομαι αναπαυτικά στην πολυθρόνα μου κοντά στο τζάκι, και τη διαβάζω. Εύχομαι μια μέρα να τα συναντήσω αυτά τα ποντίκια γιατί πιστεύω θα κάνουμε καλή παρέα.

Έτσι λοιπόν, περνάνε οι μέρες μου. Το μόνο πρόβλημά μου τελευταία είναι τα λαμπάκια στο χριστουγεννιάτικο δέντρο που έχω βάλει, τα οποία όλο αναβοσβήνουν. Έχω την εντύπωση ότι κάποιος τα πειράζει, διαφορετικά δεν εξηγείται τόσες μέρες τώρα η ίδια ιστορία. Δε γίνεται Χριστούγεννα με λαμπάκια να αναβοσβήνουν, χωρίς να έχεις αγοράσει τέτοιου είδους λαμπάκια. Την επόμενη φορά θα στηθώ δίπλα από τα λαμπάκια για να ελέγξω να δω τι γίνεται.

Λοιπόν, τα λαμπάκια έχουν λόγο να αναβοσβήνουν. Δεν είχα καταλάβει ότι το πρόβλημα ήταν ότι σείεται το πάτωμα. ‘Όπως πλησίασα κι έσκυψα (τι το ‘θελα γιατί έπαθα και λουμπάγκο), άκουσα θόρυβο εκεί κοντά και, με το που άρχισα να ψάχνω από πού προέρχεται ο θόρυβος, διαπίστωσα ότι, πίσω από το μεγάλο μπουφέ, δίπλα από το χριστουγεννιάτικο δέντρο, υπήρχε μια μικρή τρύπα. Μου πήρε αρκετά λεπτά να ξεπεράσω το σοκ και τα νεύρα μου (τα οποία δεν κατάφερα να ξεπεράσω, παρά μόνο το σοκ), και στάθηκα λίγο γιατί δεν έλεγε με το λουμπάγκο κιόλας. Πρόλαβα όμως να ακούσω τι ήταν ο θόρυβος μέσα από την τρύπα, και διαπίστωσα ότι κάποιος έπαιζε ταμπούρλο.

Το πρώτο πράγμα που μου ήρθε στο μυαλό και συνέβαλε και στα νευράκια μου, ήταν ότι κάποιο ποντίκι μάλλον ήθελε να με εκνευρίσει επειδή είχα πλέον γίνει ακοινώνητος και δε μιλούσα σε κανέναν. Με αυτή την αφορμή, ξεκίνησα ένα σωρό βρισιές στην τρύπα μέχρι που ο θόρυβος από το ταμπούρλο σταμάτησε.

Ξαφνικά, μέσα από την τρύπα ξεπρόβαλε ένα κεφαλάκι από το τελευταίο ζώο που θα περίμενα να βρίσκεται εκεί: ένα χάμστερ. Με το που με κοίταξε, έσκασε ένα χαμόγελο και μου είπε, λες και ήμαστε φιλαράκια:

«Γιατί βρίζεις χρονιάρες μέρες; Θα σε καλούσα μέσα στο σπίτι, να σου παίξω και το κομμάτι που έβγαλα για τα πρωτοχρονιάτικα κάλαντα, αλλά μάλλον δε χωράς. Μπορώ όμως να βγω έξω και να σου το παίξω εδώ σπίτι σου».

Τι του λες τώρα;

«Δε σου συστήθηκα όμως», συνέχισε. «Είμαι ο Ρούντολφ και λατρεύω να παίζω ταμπούρλο, είμαι και σε μπάντα μάλιστα! Παλιότερα με λέγανε Τάκη αλλά το έκανα Ρούντολφ γιατί είναι το καλλιτεχνικό μου. Γιατί στέκεσαι όμως έτσι; Έπαθες τίποτα;»

Πριν προλάβω να απαντήσω, χώθηκε μέσα στην τρύπα και, μετά από λίγο, ξαναβγήκε κρατώντας ένα σωληνάριο το οποίο μου είπε ότι ήταν ό,τι έπρεπε για οποιαδήποτε προβλήματα μέσης, ειδικά για την ηλικία μου. Μου ερχόταν να το ξαναβρίσω αλλά κρατήθηκα γιατί αποφάσισα να χρησιμοποιήσω το σωληνάριο, μπας και ανακουφιστώ έστω και για λίγο τουλάχιστον από τον πόνο από το λουμπάγκο. Επειδή όμως δεν είχα σκοπό να αφήσω να περάσει το πράγμα έτσι, του εξήγησα ότι δεν ήταν δυνατόν να ανοίγει έτσι τρύπες σε ξένα σπίτια χωρίς να ρωτάει και ότι, καλό θα ήταν να μην παίζει ταμπούρλο και να κάνει θόρυβο, οποιαδήποτε ώρα μέσα στη μέρα.

«Συγγνώμη, ποντίκι δεν είσαι;» με ρώτησε εκείνο, μέσα στην απορία. «Όλα τα τρωκτικά ανοίγουμε τρύπες με τα δόντια μας. Κι αν το σκεφτείς, κι εγώ τρύπα έχω ανοίξει στο δικό μου σπίτι τότε….»

«Ναι αλλά εμένα δε μου αρέσουν οι τρύπες..» το διέκοψα, «…θέλω την ησυχία μου! Κι εσύ μου τη χάλασες. Κοίτα, σ’ ευχαριστώ για το σωληνάριο, είσαι πολύ ευγενικό αλλά, εδώ δεν κάνω παρέα με ποντίκια, θα κάνω παρέα με χάμστερ;»

Εκείνο για πρώτη φορά με στραβοκοίταξε.

«Αααα εσύ είσαι πολύ φαντασμένος μου φαίνεται! Μάλλον είσαι αυτός ο ποντικός που λένε ότι είναι ακατάδεκτος. Δεν πειράζει όμως, καλή καρδιά μωρέ! Κάτσε να σου παίξω το κομμάτι που έβγαλα για τα κάλαντα και θα σου φτιάξει το κέφι!»

Κάτσε τώρα γιατί δεν κατάλαβα. Μέχρι τα χάμστερ έφτασε η φήμη μου;

Ενώ το χάμστερ άρχισε να παίζει ταμπούρλο και να τραγουδάει (δυστυχώς για μένα γιατί ήταν φάλτσο), εγώ έκατσα όπως όπως στην πολυθρόνα, παίρνοντας κατευθείαν στα χέρια μου τη γραψαρχιδινή, μπας και ηρεμήσω λίγο και έρθω στα ίσα μου. Παραλίγο και θα είχα μπει πάλι στον υπέροχο κόσμο του “τα γράφω όλα”, με διέκοψε όμως το χάμστερ που είχε παρατήσει στη μέση το τραγούδι και τη μουσική, για να μου πάρει την εφημερίδα από τα χέρια και να αρχίζει να τη ξεφυλλίζει. Πάνω που πήγα να σηκωθώ για να του την πάρω πίσω, χτύπησε το κουδούνι, οπότε πήγα προς την πόρτα για να ανοίξω.

«Τι κάνει το μικρό μου μπισκοτάκι; Που να δεις τι τυρί του έφερα εγώ σήμερα!»

Και μετά αγχώνεται για το πότε θα παντρευτώ.

«Μάνα, δεν είναι κατάλληλη ώρα τώρα, θες να έρθεις αύριο καλύτερα;»

‘Ετσι όπως το ‘πα, έτσι πέρασε μέσα από τον τοίχο και πέταξε μακριά.

«Γιατί κρατάς έτσι τη μέση σου; Δεν προσέχεις, ξέρω εγώ, και θα σε τρέχω πάλι στους γιατρούς! Ενώ αν είχες τώρα μία ποντικίνα, θα σε πρόσεχε αυτή!..»

Πριν προλάβει όμως να συνεχίσει τον εξάψαλμο, που τον ήξερα πλέον απ’ έξω, πήρε το μάτι της το χάμστερ που διάβαζε την γραψαρχιδινή. Δεν ήξερα για τί πράγμα να ανησυχήσω περισσότερο: για το χάμστερ, που δεν ήταν ποντίκι, και θα μου έλεγε πάλι ότι δεν κάνω καλές παρέες, ή για τη γραψαρχιδινή. Ευτυχώς εστιάστηκε απλώς στο ότι το χάμστερ δεν ήταν θηλυκό και, αφού για μια φορά ακόμα τα άκουσα που θα έφτανε να με παντρέψει ακόμα και με χάμστερ, μπας και με δει γαμπρό, αλλά πού τέτοια τύχη, έστριψε προς την πόρτα απογοητευμένη, την άνοιξε και έφυγε. Στο μεταξύ το χάμστερ που ήταν στην κοσμάρα του με τη γραψαρχιδινή, ενθουσιάστηκε, και μου είπε, όταν ευκαιρήσω να του αγοράσω κι εκείνου αντίτυπο. Από την άλλη όμως, άρχισε να μου κάνει κήρυγμα ότι χρησιμοποιούσα λάθος την εφημερίδα και γι’ αυτό ήμουν μαγκούφης και κάτι τέτοια. Λόγω λουμπάγκου, δεν είχα και πολλή όρεξη να απαντήσω οπότε το άφησα στον αέρα εντελώς. Εκείνο πάντως, για το υπόλοιπο της ημέρας, με βοήθησε να φάω και να πέσω και στο κρεβάτι. Τις επόμενες μέρες προσφέρθηκε να με πάει και στο γιατρό, κι από κει που υποτίθεται θα έμενε για λίγο και μετά θα χωρίζονταν οι δρόμοι μας γιατί ήθελα την ησυχία μου, κατέληξε να με επισκέπτεται κάθε μέρα σχεδόν.

‘Έτσι πέρασε καιρός και γίναμε φίλοι, μάλιστα πήγα και μαζί του στα κάλαντα, με τη συμφωνία να τραγουδάω εγώ γιατί εκείνο ήταν φάλτσο. Πώς έφτασα εγώ να τραγουδάω, δεν ξέρω ακόμα, πάντως συνέχισα να ακολουθώ τη φιλοσοφία της γραψαρχιδινής, για τα υπόλοιπα ποντίκια όμως. Η μάνα μου με τον καιρό, δέχτηκε την παρέα του, αλλά τα υπόλοιπα ποντίκια, στο δρόμο που συναντούσα, ήταν απαξιωτικά που δε μιλούσα σε ποντίκια, παρά μόνο στο χάμστερ. Από την άλλη, τα χάμστερ με δέχτηκαν μιά χαρά.

Αυτή τη στιγμή, λοιπόν, που σας μιλάω, καθόμαστε με το Ρούντολφ έξω στη βεράντα, είναι πάλι Χριστούγεννα, και απολαμβάνουμε τη θέα με τα φωτάκια γύρω στην ποντικούπολη, πίνοντας ζεστή σοκολάτα, από τα χεράκια του χάμστερ (είναι και χρυσοχέρης πανάθεμά τον!).

Σου άρεσε;

Διάλεξε τα αστέρια που επιθυμείς!

Μέσος όρος 0 / 5. Σύνολο ψήφων: 0

Δεν υπάρχουν ψήφοι! Γίνε ο πρώτος που θα βάλει αστεράκια.

Μαριάνα Περάκη

Η Μαριάνα ζει κι εργάζεται στην Αθήνα. Από μικρό παιδί ασχολείται με τη ζωγραφική και τη συγγραφή, με σπουδές στην ψυχολογία και σε εναλλακτικές μορφές θεραπείας, την ενδιαφέρει να εμπνέει, να βοηθάει τους άλλους στα προβλήματά τους, και να τους φτιάχνει τη διάθεση.