Τον είδε να κάθεται στην αμμουδιά, επάνω σ’ ένα παρατημένο λάστιχο ρόδας αυτοκινήτου. Φαινόταν σκεφτικός και αγνάντευε τη θάλασσα. Μια ήρεμη θάλασσα, ήσυχη, μοναχική, όπως αυτός.
Τον κοιτούσε από μακριά. Ήθελε να περπατήσει, να τρέξει κοντά του. Μα τα πόδια της έμεναν ακίνητα. Η κάθε προσπάθεια να κάνει το παραμικρό βήμα μάταιη. Ένιωσε απελπισία. Ήθελε τόσο πολύ να τον πλησιάσει, να του μιλήσει, να τον ρωτήσει, να του ζητήσει εξηγήσεις για την απουσία του, για την εγκατάλειψή του!
Το πρόσωπό του όμορφο, γαλήνιο, ήρεμο, το βλέμμα του χαμένο στο γαλάζιο. Δεν έμοιαζε να αντιλαμβάνεται την παρουσία της, δεν μπορούσε να τη δει καν.
Προσπάθησε να φωνάξει με την ελπίδα να την ακούσει, να τη δει.
Καμιά φωνή δεν έβγαινε, όσο κι αν προσπαθούσε.
Ήθελε να φωνάξει, να τρέξει κοντά του, να τον αγκαλιάσει, να του ζητήσει να γυρίσει.
Την πλημμύρισε απόγνωση, ήταν τόσο κοντά της, μα δεν την έβλεπε. Ήταν τόσο κοντά του μα δεν μπορούσε να φωνάξει, δεν μπορούσε να κάνει ούτε ένα βήμα για να τον πλησιάσει.
Όταν ξύπνησε τα μάτια της ήταν γεμάτα με δάκρυα, αλλά και με ευτυχία γιατί μπόρεσε να τον δει τόσο ζωντανό, τόσο όμορφο, τόσο ήρεμο και ας ήταν έστω και μόνο μέσα από ένα όνειρο!






