Πέρασε καιρός από τότε που ένιωθα ασφαλής. Με τον εαυτό μου, την οικογένεια μου, τη σχέση μου. Να μην σε χωράει ο τόπος. Να νιώθεις σπίτι σου το τίποτα. Να μην μπορείς να κάτσεις στο ίδιο σου το σπίτι. Να στύβεις το μυαλό σου για να πεις δύο λέξεις. Να σε τρυπάει τα κόκαλα το ανεξήγητο άγχος σου. Να έρχεται στην επιφάνεια ένα αυτοάνοσο που σιχαίνεσαι να αντικρίζεις κάθε μέρα. Σε ένα δωμάτιο που έτρεμα να πατήσω το πόδι μου ξανά. Εικόνες να σκίζουν την ψυχή μου και οι γύρω μου να πηγαίνουν παρακάτω σαν να μην συνέβη ποτέ τίποτα. Στην πραγματικότητα πουθενά δεν υπήρχε ασφάλεια. Ασταμάτητες τελείες όπως αυτές που βάζω τώρα. Να τρώγομαι από μέσα και να φαίνεται στο έξω μου. Κάτι δίσκους που έλιωνα δύο χειμώνες σκαλίζοντας πληγές για να αποδεχτώ τα ψυχολογικά μου λες και είμαι μόνο αυτά.
Αυτό νιώθω. Είμαι τα ψυχολογικά μου. Ακούγεται κλισέ και αστείο μα εγώ παρακάτω δεν μπορώ να περπατήσω. Η έμπνευση με άφησε όπως την άφησα. Με ψυχολογικά και ασταμάτητες τελείες.






