Μια φορά και έναν καιρό ήταν το Τέλος και η Αρχή. Δύο ρόλοι που φτιάχτηκαν για να καθοδηγούν την ζωή των ανθρώπων. Δεν είχαν βρεθεί ποτέ τους και δεν θα βρισκόντουσαν αν ο Χρόνος δεν είχε καταλάβει τη μοναξιά τους. Πριν σας πω όμως πώς βρέθηκαν πρέπει να γνωρίσετε τους ρόλους…
Η Αρχή δεν ορίζεται ποτέ χρονικά, μπορεί να είναι η αρχή μια μέρας ή διαδοχικές πράξεις των ανθρώπων για να υπάρξει η αλλαγή. Μέχρι και οι επιστήμονες δεν μπορούν να την ορίσουν για αυτό βάζουν μπροστά τη λέξη περίπου. Παρότι το όνομα της είναι Αρχή έρχεται πάντα δεύτερη. Η Αρχή είναι ζηλιάρα, αφού όταν πάει να γνωρίσει πιο καλά του ανθρώπους, αυτοί φεύγουν από κοντά της και θέλει πάρα πολύ να μάθει την ιστορία τους.
Το Τέλος, από την άλλη μεριά, καθοδηγεί τους ανθρώπους στην οριστικοποίηση των πράξεων τους. Βέβαια δεν τον πολύ ενδιαφέρει, αφού τα πράγματα που κάνει δεν έχουν και πολλή ουσία, πάλι θα είναι αυτός που θα κατηγορήσουν… Ξέρει να κρύβεται καλά μέσα στα σκοτάδια του. Αυτός δεν εξαρτάται από την Αρχή αφού πρέπει κάτι να τελειώσει για να ξεκινήσει η αξία της ζωής.
Ο Χρόνος μια μέρα στην αλλαγή της ζωής των ανθρώπων, στο κομβικό σημείο που τα πράγματα από την αρχή πήγαιναν στο τέλος, τους γνώρισε και τους άφησε να ανταλλάξουν κάτι ατάκες για κάτι δευτερόλεπτα. Όταν είδαν τα μάτια ο ένας του άλλου λάμψανε. Στην αρχή ο διάλογος τους ήταν τελείως φιλικός, με παιχνίδια όπως
«θα μου πεις την πιο αστεία στιγμή που είδες να ζουν;»
«θα στην πω την επόμενη φορά, Αρχή, και σκέψου τι θες να με ρωτήσεις»
«Εντάξει, λοιπόν, θα τα πούμε την επόμενη φορά».
Σιγά, σιγά η μαγία των ματιών τους ξεκίνησε να μιλά, ξεκίνησε να τους κάνει να πιέζουν τα πράγματα για να μπορούν να βρεθούν. Δεν μπορούσαν πλέον να κάνουν τίποτα τα βλέμματα όσο και να ήθελαν να κρυφτούν, δεν μπορούσαν. Δεν χρειάστηκε να μιλήσουν ο ένας τον άλλον. Μέχρι τη στιγμή που το Τέλος δεν άντεξε και ρώτησε:
«Τώρα τι κάνουμε;»
«Τώρα αγαπητό μου Τέλος περιμένουμε…» είπε η Αρχή με ένα χαμόγελο που αποτυπώθηκε η πίκρα.
«Τι ακριβώς;» ρώτησε ξανά το τέλος.
«Την αρχή μια νέας εποχής… Ώσπου να τελειώσει και αυτή για να καταφέρουμε να βρεθούμε… να καταφέρουμε να δώσουμε ένα ακόμα βλέμμα για κάτι δευτερόλεπτα»
«Θα μου λείψεις Αρχή, θα περιμένω μέχρι αυτός ο κύκλος να σταματήσει για να μπορέσουμε να ήμαστε μαζί»
«Πού ξέρεις, αγαπητό μου Τέλος, μπορεί να βρεθεί και για εμάς μια εποχή που να ζούμε μαζί… Αντίο».
«Μάτια που ερωτεύτηκαν μια φορά θα είναι για πάντα ερωτευμένα» αυτή ήταν η σκέψη του Χρόνου, όταν του μίλησες το Τέλος .
«Δεν μπορώ να ζήσω μακριά από την Αρχή, δεν το καταλαβαίνεις; Δεν μου αρκεί μόνο αυτό. Αν δεν μας είχες γνωρίσει δεν θα γινόταν τίποτα ποτέ» «Δεν με νοιάζει τι λένε οι κανόνες σου. Εγώ είμαι ερωτευμένος. Δεν μου αρκεί μόνο αυτό!»
Μετά από αυτά τα λόγια ο Χρόνος τους έδωσε μία και μόνο μία λύση και του επέτρεψε να της μιλήσει… Το Τέλος έτρεξε σαν χαζό να βρει την Αρχή.
«Αρχή… περίμενε»
«Δεν μπορώ να κάνω αυτό που μου ζητάς»
«Δεν μπορώ να σε καταλάβω. Αλήθεια. Λες πως είσαι ερωτευμένη και δεν σου αρέσει όλο αυτό που ζεις, αλλά μόνο κάποιες μικρές χαρές. Σου ήρθε η λύση, λοιπόν, και εσύ αντί να την αρπάξεις από τα μαλλιά τα αφήνεις ,όλα να χαθούν. Ζεις με ένα κολλημένο, αν, στο μυαλό σου και ενώ θες κάτι, δεν ρισκάρεις γιατί φοβάσαι μην χάσεις το σίγουρο. Εγώ θα τα παρατούσα όλα για να περάσουμε μια μέρα μαζί σαν κανονικό ζευγάρι. Στο τέλος αν δεν βγει τουλάχιστον ,θα λέω ότι έζησα κάτι που δεν με ένοιαξαν τα κουτάκια των ρόλων μας…»
«Ναι αλλά δεν ξέρουμε αν θα καταλήξουμε μαζί»
«Μπορεί να μην θυμάμαι τη μορφή σου, αλλά θα θυμάμαι πάντα τα μάτια σου την πρώτη φορά που σε κοίταξα»
«Πρέπει να φύγω»
«Μην φύγεις πάλι… μας δίνεται η ευκαιρία να είμαστε μαζί… Γιατί θες να φύγεις;»
«Γιατί η αγάπη, μάτια μου, δεν έχει κανόνες, ενώ εγώ έχω»
«Γιατί; Γιατί επιλέγεις να ζεις στους τύπους;»
«Γιατί μέσα σε αυτούς τους τύπους έχω μάθει να ζω και δεν ξέρω αν μπορώ να φέρω την ζωή μου τούμπα για κάτι τόσο αβέβαιο»
«Αρχή, περίμενε!!!»
«Δεν μπορώ να μείνω, δεν είμαστε παραμύθι αλλά ρόλοι, οι ρόλοι των ανθρώπων. Δεν μπορώ να μείνω. Αντίο, αγαπητό μου τέλος»
«Όπως θες, Αρχή. Εγώ θα σε αγαπάω για πάντα όπου και να είσαι, σε όσους τόπους και να ζεις, αλλά κάνεις λάθος, ένα παραμύθι είμαστε. Όσο και να πιστεύεις το αντίθετο, αυτή είναι η αλήθεια μας και το δικό μας τέλος δεν έχει γραφτεί ακόμα και ούτε ξέρω πότε θα μπει η τελευταία σελίδα. Αυτό που ξέρω είναι πως εγώ θα περιμένω… θα περιμένω να δω τα λαμπερά αυτά μάτια σου που με γεμίζουν φως και με κάνουν να συνεχίζω μια ζωή που δεν επέλεξα αλλά με τοποθετήσανε. Δεν θέλω να έχω την επιλογή να φύγω αν δεν φύγουμε μαζί. Αντίο, λοιπόν, Αρχή… Θα σε περιμένω… θα περιμένω να ζήσουμε την πρώτη φορά που κοιταχτήκαμε. Καλή αντάμωση… Σε αγαπώ»
«Δεν είναι όλα τόσο ρομαντικά, όσο θες να είναι. Αλλά δεν ξέρω τι θα είμαι χωρίς αυτούς τους τύπους … με φοβίζει το άγνωστο και δεν ξέρω αν έχω τα κότσια να αφήσω κάτι σίγουρο για κάτι που δεν ξέρω πού και πώς θα καταλήξει. Είμαι η Αρχή, η μόνη που φέρνει ζωή σε αυτόν τον κόσμο, αλλά δεν ξέρω αν αντέξω την δική μου. Είναι τόσος πολύς ο πόνος που παίρνουν οι άνθρωποι από τις επιλογές τους που δεν μπορώ να τον αντέξω. Αν κάνω κάτι λάθος και σε χάσω;»
«Τότε θα το έχουμε προσπαθήσει, βρε Αρχή μου. Αλλά και λάθος να κάνουμε δεν θα θυμόμαστε τίποτα. Τα λέμε ανάμεσα σε αυτούς που καθοδηγούσαμε»
«Τέλος; Τέλος περίμενε… σε αγαπάω… Βρες με, σε παρακαλώ…»
Ο Χρόνος τούς έφερε κοντά και αυτός θα δείξει αν και πότε θα βρεθούν. Το Τέλος και η Αρχή γεννήθηκαν σε δύο αίθουσες νοσοκομείου, χωρίς να θυμούνται τίποτα. Ψάχνουν κάθε μέρα χωρίς να το καταλαβαίνουν από μισό να γίνουν ολόκληρο. Ήρθαν με σκοπό τους να βρεθούν. Κάθε αρχή και δύσκολη και κάθε τέλος μια νέα αρχή. Δεν θα μάθουμε ποτέ αν τελικά βρέθηκαν. Όπως κάθε ρόλος, έτσι και αυτοί προσπαθούν να βρουν το τελείωμα τους, τη φλόγα που θα τους κάνει να νιώθουν φωτεινοί ακόμα και στο σκοτάδι της νύχτας. Μάτια που ερωτεύτηκαν δεν παύουν να αγαπούνε και η φλόγα της ματιάς μας κάνει να ζεσταθούμε.






