Τρέχουμε όλοι απ’ το πρωί
σ’ έναν ρυθμό φρενήρη,
δίχως να δούμε μια στιγμή
πως σιγά – σιγά μας φθείρει.
Από Δευτέρα, Κυριακή.
Πότε περνάει ο χρόνος;
Μοιάζει η εβδομάδα με στιγμή,
που προσπερνάται αφρόνως.
Σε κόντρα με τον χρόνο είμαστε,
πρέπει να βιαστούμε
κι απ’ την πολλή βιασύνη μας
τη μέρα μας πώς ζούμε;
Η καθημερινότητα γεμάτη
ψηφία και δεδομένα.
Ένα σύστημα δυαδικό
απ’ το μηδέν στο ένα.
Άνθρωποι σκυφτοί, βουβοί
μπροστά σε μια οθόνη,
με φίλους λένε πως μιλούν,
μα νιώθουν τόσο μόνοι.
Ζωές παραμυθένιες,
λείπει, θαρρείς, το στέμμα.
Ζωές φιλτραρισμένες,
θεμέλιο το ψέμα.
Μην απορείς πώς φτάσαμε
σ’ αυτή τη δυστοπία,
θάρρος κι αλήθεια κρύφτηκαν
απ’ τα τόσα προσωπεία.
Γεμίσαμε απ’ το «τίποτα»,
που έχει γίνει «κάτι»,
μ’ έναν σωρό
από επαίτες του θεαθήναι.
Με ψήγματα αλήθειας
σε μια οφθαλμαπάτη,
λατρεύτηκε το φαίνεσθαι
και στέρεψε το είναι.
Καράβι ακυβέρνητο
στη δίνη του πελάγους
ετούτος ο αλγό-ρυθμος,
ο ρυθμός αυτός του άλγους.






