ΓΡΑΦΕΙΝ

Έφυγες, αλλά… θα μου ξαναχαμογελάσεις;

Ηλιόλουστη Κυριακάτικη μέρα ήταν.

Η συναισθηματική μου ενέργεια είχε καταλαγιάσει στο μηδέν.

Ο καναπές δεν με χωρούσε. Είχα ακουμπήσει το σώμα μου μονάχα σε ένα μικρό σημείο στην άκρη του. Μετέφερα σε αυτόν όλο το ρίγος που ένιωθα, από τα δάχτυλα του ποδιού μου, που έτρεμαν με σταθερό ρυθμό, μέχρι και τα μαλλιά μου που ήταν κι αυτά σε σύγχυση. Έβλεπα επανειλημμένα μία σκηνή μπροστά μου.

Αν κάποιος περνούσε έξω από το σπίτι θα ένιωθε μία αρνητική ενέργεια, ένα πολικό ψύχος, θα έβλεπε ένα άσπρο χρώμα, όχι αυτό του χιονιού.

Δεν μπορούσα παρά να σκέφτομαι τη βιαστική και πολύπλοκη καθημερινότητά σου, μέχρι και τη φορεσιά σου.

Καθημερινά, τα πρωινά ήσουν λογίστρια σε ένα συνοικιακό γραφείο, μόλις δέκα λεπτά με τα πόδια από το σπίτι σου, και τα απογεύματα γραμματέας σε ένα δικηγορικό γραφείο στο κέντρο της Αθήνας. Παρά το δύσκολο ημερήσιο πρόγραμμα, μόλις τελείωνες τη δουλειά πήγαινες τέσσερις φορές την εβδομάδα pilates. Ήταν η αποφόρτισή σου από το άγχος της κάθε ημέρας. Όλη μέρα στο πόδι. Δεν σε κούραζε καθόλου, καθώς έλεγες ότι σε έκανε να αισθάνεσαι γεμάτη και δημιουργική.

Σε έπαιρνα τηλέφωνο μόνο και μόνο για να προλάβω να σου πω ένα ‘Σε σκέφτομαι’.

Η φορεσιά σου μια άσπρη κοντομάνικη βαμβακερή μπλούζα με μια χαρακτηριστική ποπλίνα στα όμορφα γυμνασμένα μπράτσα σου. Ένα μαύρο κοτλέ παντελόνι, με μία ιδιαίτερη τσεπούλα στο ύψος του καβάλου σου, που τόνιζε τα γυμνασμένα σου πόδια. Μια κατακόκκινη, έως πορτοκαλί, γνήσια δερμάτινη με ασημένιες αγκράφες ζώνη. Για να φαίνεσαι «φάσιο άικο» την είχες τοποθετήσει με τρόπο ώστε να φαίνεται ελάχιστα κάτω από την μπλούζα σου. Τα μαύρα καστόρινα τακούνια σου είχες επιμεληθεί να μην έχουν κάποια τσαχπινιά, για να ταιριάζουν με όλους τους συνδυασμούς σου. Ένα μαύρο σακάκι με δύο τσεπούλες στα πλάγια και τις βάτες στους ώμους σου, για να φαίνεσαι κομψή. Πέρλες για σκουλαρίκια – είμαι σίγουρος γι’ αυτές αφού τις είχες τοποθετημένες στο μικρό κομοδίνο σου και έλειπαν, όπως και εσύ – καθώς και ένα μικρό μενταγιόν με ένα ματάκι, που στο είχαν αγοράσει οι γονείς σου την ημέρα της αποφοίτησής σου, για να μην σε ματιάζουν. Ήμουν σίγουρος πως φρόντιζες τα μαλλιά σου να είναι πιασμένα σε ελαφριά αλογοουρά, ώστε να πετάνε ανέμελα κάποιες φύτρες των μαλλιών σου και βαφόσουν ελάχιστα με σκοπό να μην φαίνεσαι αγουροξυπνημένη, αφού ξυπνούσες μόλις λίγα λεπτά πριν το μίτινγκ στη δουλειά σου. Α, ξέχασα, επέλεγες και ένα μαύρο γούνινο μπακπάκ με μια μικρή χρυσή ετικέτα πάνω του. Το αγαπημένο σου, σε έκανε να αισθάνεσαι «κυρία με ωραίο τουπέ».

Το ρομάντζο γυάλιζε στα μάτια σου.

Έψαχνα μανιωδώς τις αναμνήσεις μας για να έρθει στο μυαλό μου η αίσθηση της αγκαλιάς και της μυρωδιάς σου. Με έκανε να αισθάνομαι ότι είσαι ακόμα εδώ, όμορφα και περήφανος που ήσουν το κορίτσι μου. Παράλληλα, σταγόνες δακρύων έτρεχαν πάνω στα μάγουλά μου, μη μπορώντας να καταλάβω και να πιστέψω ό,τι είχε συμβεί. Ένιωθα υπαίτιος.

Να σας διηγηθώ την ιστορία μου.

Να καταλάβετε ότι οι άνθρωποι είναι ωραίο να αγαπούν με όλη την καρδιά τους, χωρίς περιορισμούς και ανασφάλειες. Να βυθίζονται στον ωκεανό διεκδικώντας συναισθήματα και φροντίδα. Αισθήματα αγνά.

Το Σαββατόβραδο είχαμε κανονίσει βραδινή έξοδο με τους κολλητούς μας. Από πριν είχαμε κάνει τηλεφωνικό μαραθώνιο για να κανονιστούν όλα άρτια.

Είχαμε δώσει ραντεβού έξω από το σπίτι σου. Ήρθα να σε πάρω με το αυτοκίνητο. Είχες μία αγάπη για τα αμάξια, όπως και εγώ άλλωστε. Έτρεχα σε ράλι και σου είχα δώσει την υπόσχεση ότι θα σε πάω συνοδηγό σε έναν αγώνα. Έλεγες ότι το άθλημα αυτό σου προσφέρει ελευθερία.

Έφτασα στις εννιά, χτύπησα το κουδούνι ‘Έρμα Τζέιμς’. Ήσουν τόσο όμορφη. Στολισμένη, βαμμένη και κεφάτη. Φορούσες ένα μαύρο αεράτο φόρεμα με ψηλές μαύρες μπότες και ένα φουλάρι με πολύχρωμα λουλούδια, έτσι για να σπάει λίγο το χρώμα. Απλή, λιτή και σικάτη.

Σε αγκάλιασα και σου έδωσα ένα φιλί στο μάγουλο. Μπήκαμε στο αυτοκίνητο, βάλαμε χαλαρή μουσική, φίλησα το χέρι σου και ξεκινήσαμε για το μαγαζί.

Φτάσαμε σε ένα μουσικό μεζεδοπωλείο στην Αθήνα, στα Εξάρχεια. Θυμάμαι ήταν από τις αγαπημένες σου περιοχές. Σε εξέπληττε, ίσως, ότι ήταν ένα μικρό, ζεστό και ήσυχο μαγαζάκι, διακοσμημένο με λίγα λαμπάκια μέσα και έξω, ξύλινα μικρά τραπεζάκια και ξύλινες καρεκλίτσες, κούκλες από κουκλοθέατρο στις γωνίες – μιας και το λάτρευες – ένα πολύχρωμο ποδήλατο από ανακυκλώσιμα υλικά στην είσοδο, καθώς και όμορφες φωτογραφίες με παράξενα σχέδια που θύμιζαν δεκαετία του ογδόντα.

Φάγαμε πολλούς μεζέδες. Από τη μια σου άφηναν καυτερή αίσθηση στο στόμα και από την άλλη μια νοστιμάδα. Ήπιαμε κρασάκια – ροζέ προτιμούσες -, ήπιαμε ρακί – μιας και λάτρευες την Κρήτη, γιατί από όσο μου είχες εξιστορήσει είχες στην εφηβική σου ηλικία έναν μεγάλο έρωτα τότε εκεί .  Τραγουδήσαμε και χορέψαμε. Η μπάντα μάς έφτιαξε το κέφι.

Για άφτερ πήγαμε σε ένα κοντινό μπαράκι, με εναλλακτικό ροκ ρεπερτόριο. Δεν μας χόρτασε η διασκέδαση, να κοπανηθούμε λίγο μετά τα τσιφτετέλια. Ήπιαμε και τρεις γύρες βότκες – με λεμόνι, να σημειωθεί . Ξεφάντωμα σου λέω. Χαιρόσουν το κάθε τραγούδι που έπαιζε ο ντι τζει.

Ίσως φανεί υπερβολικό, αλλά καθώς χόρευες κοίταζα την κάθε κίνηση του κορμιού σου, χαιρόμουν με τη χαρά σου. Σε κάθε εναλλαγή ρυθμού έκανες και από μια διαφορετική φιγούρα, έμπαινες στο πνεύμα βρε παιδί μου.

Στο μαγαζί καθίσαμε μέχρι το ξημέρωμα. Συναντήσαμε εφηβικούς μας φίλους. Ένα παιδί που είμασταν γειτονάκια και εσύ φίλες από τη σχολή σου. Η παρέα μεγάλωσε.

Συζητούσαμε για την καθημερινότητά μας, κάναμε μία αναδρομή στα εφηβικά μας χρόνια και βγάλαμε αναμνηστικές φωτογραφίες. Δεν καταλάβαμε πώς πέρασε η ώρα. Ήταν πραγματικά όμορφα.

Μετά από λίγο αποχαιρετιστήκαμε γελώντας και συμφωνήσαμε να ξανά κανονίσουμε. Ο καθένας πήρε τον δρόμο του.

Στο δρόμο είχες ένα χαμόγελο μέχρι τα αυτιά, με έπαιρνες αγκαλιές και με φιλούσες γλυκά στα μάγουλα λέγοντάς μου ότι πέρασες πολύ όμορφα.

Φτάσαμε στο αυτοκίνητο, κοντοστάθηκες και πήρες στην αγκαλιά σου τα δυο μου χέρια, με κοίταξες στα μάτια και με παρακάλεσες: «Μπορείς να με αφήσεις να οδηγήσω σήμερα;». Ξαφνιάστηκα και σκέφτηκα. Σου απάντησα ότι είναι καλύτερο να οδηγήσεις κάποια άλλη στιγμή, διότι είχαμε πιει λίγο παραπάνω. Επέμεινες και μου υποσχέθηκες ότι θα οδηγείς προσεκτικά. Το δέχτηκα, δεν ήθελα να στο χαλάσω.

Μπήκαμε στο αυτοκίνητο, βάλαμε μέταλ μουσική και πήραμε τον δρόμο του γυρισμού. Θα μέναμε μαζί το βράδυ στο σπίτι μου. Ήμασταν τόσο χαρούμενοι. Σχεδιάζαμε στο αυτοκίνητο μόλις φτάσουμε σπίτι να δούμε ταινία και να πιούμε κρασί αγκαλιά.

Στη διαδρομή δυνάμωσες τη μουσική και χόρευες στον ρυθμό της. Μιλούσαμε για το σημερινό βράδυ και σχεδιάζαμε το επόμενο σαββατοκύριακο να πάμε εκδρομή στην Χαλκίδα, μένοντας για ένα βράδυ σε ένα παραλιακό ξενοδοχείο και να δούμε ξυπνώντας την ανατολή του ηλίου.

Παρατηρούσαμε τη διαδρομή. Την πολύχρωμη Αθήνα από την αντανάκλαση των φώτων των αυτοκινήτων και το ξημέρωμα, τον βρεγμένο δρόμο από την υγρασία, ζευγάρια αγκαλιά, φίλοι που γελούσαν σκεπτόμενοι τα γεγονότα του βραδιού, άνθρωποι που έλυναν τις διαφωνίες τους, τα ταξί και τα λεωφορεία που ξεκινούσαν την βάρδια τους, τα μαγαζιά που κατέβαζαν ρολά και άλλα που υποδέχονταν κόσμο, ουρές που είχαν κάνει άνθρωποι για την είσοδό τους στο μετρό, υπάλληλοι του δήμου που καθάριζαν τις πλατείες, άστεγους ανθρώπους που κοιμόντουσαν στα παγκάκια και ανθρώπους που θέλησαν να τους προσφέρουν ένα φαγητό και μία κουβέρτα…

Όλα αυτά δημιουργούσαν εκατοντάδες μοναδικές ιστορίες. Σαν τη δική μας. Τόσο αυθεντικές.

Ήμασταν ήδη δέκα λεπτά μακριά από το σπίτι, σε μια λεωφόρο. Ανάψαμε τσιγάρο και ανοίξαμε τα παράθυρα να μας φυσάει ο αέρας. Άφησες αποτύπωμα στο τσιγάρο τα κόκκινα χείλη σου. Ο καπνός του ήταν μείξη κόκκινου και καφέ. Αφήσαμε να αιωρηθούν μαζί με τα χρώματα λέξεις και συναισθήματα από το βράδυ.

Κοιταχτήκαμε και ανταλλάξαμε βλέμματα. Τρυφερότητα. Μου προκαλούσες γαλήνη. Πιστεύω και σε εσένα το ίδιο. Θα το ήθελα. Θυμήθηκα το τραγούδι ‘Είσαι εσύ ο άνθρωπός μου’.

Τα συναισθήματα έμειναν στο μυαλό μου. Το βλέμμα σου το θυμάμαι σαν αυτοκόλλητο στα μάτια μου. Μετά έπαθα μπλακάουτ.

Όσο και αν ψάξω στις ρίζες του μυαλού μου, έρχεται μία εικόνα.

Το αυτοκίνητο αναποδογυρισμένο με καπνούς του τσιγάρου; Ναι, είχε ενωθεί με τον καπνό του αυτοκινήτου. Και εμένα να προσπαθώ να σε βγάλω από μέσα.

Ξέρεις τί μου απέμεινε; Το τσιγάρο. Στην σταχτοθήκη.

Αναρωτιέμαι. Έχει σημασία άραγε να ψάχνω κάτι παραπάνω από το τσιγάρο;

Την απάντηση ακόμη αναζητώ μέσα στους καπνούς του τσιγάρου.

Σου άρεσε;

Διάλεξε τα αστέρια που επιθυμείς!

Μέσος όρος 4.9 / 5. Σύνολο ψήφων: 24

Δεν υπάρχουν ψήφοι! Γίνε ο πρώτος που θα βάλει αστεράκια.

Άρτεμις Σαπουντζόγλου

Η Σαπουντζόγλου Άρτεμις γεννήθηκε στην Αθήνα το '99. Σπούδασε Προσχολική Αγωγή στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου. Συνεχίζει τις σπουδές της στη σχολή ANIMAedu, η οποία εξειδικεύεται στο ευρύτερο φάσμα της θεατρολογίας. Είναι νηπιαγωγός και entertainer σε παιδικές εκδηλώσεις - πάρτι και εκπαιδευτικά προγράμματα. Ειδικότερα, στη συγγραφή την ώθησε η ανάγκη εξωτερίκευσης της φαντασίας της. Αποτελεί ψυχοθεραπεία για αυτήν και την κάνει να βλέπει τον κόσμο με διαφορετική ματιά. Δίνει ένα μεγαλύτερο νόημα στη ζωή της.

error: www.grafein.gr