Η μεγάλη απόφαση - ΓΡΑΦΕΙΝ
ΓΡΑΦΕΙΝ

Η μεγάλη απόφαση

Μικροπαντρεύτηκε όπως  οι περισσότερες  κοπέλες στο χωριό της. Καλός και τίμιος ο άντρας της από σοβαρή και μετρημένη οικογένεια, τους είχαν όλοι σε υπόληψη.  Εκείνος είχε μία μονάκριβη αδελφή μεγαλύτερη, παντρεμένη από χρόνια αλλά χωρίς παιδιά. Την είχε φάει το μαράζι και η πεθερά της με αυτό τον καημό έφυγε. Σαν έκανε την κόρη της όλη η οικογένεια έγινε ευτυχισμένη, χαρές και χαμόγελα ζωντάνεψαν. Η κουνιάδα της κάθε μέρα ερχόταν να δει το μικρό, να το ταχταρίσει, να το αγκαλιάσει, να το χαρεί. Ένιωθε  τη λαχτάρα της  τώρα που έγινε μάνα και της το έδινε αγόγγυστα.

Μόλις έμαθαν για τη δεύτερη εγκυμοσύνη, λίγα χρόνια αργότερα, ένας ίσκιος  βαρύς  ήρθε και κάθισε πάνω από το σπίτι τους, τα χαμόγελα σώθηκαν και οι ευχές έβγαιναν ζορισμένες. Γέννησε με το καλό κι άλλο  κορίτσι κι ένα βράδυ  ήρθε ο άντρας της κοντά της, της έπιασε τα χέρια, τα φίλησε, σαν να ήταν εικόνα αγίας ,σαν να προσεύχονταν και της το είπε. «Μήπως να δίναμε το δεύτερο παιδί στην αδελφή μου, να γευτεί κι αυτή τη γλύκα της μάνας, θα το φροντίζει  σα  δικό της». Κεραυνός έπεσε στο κεφάλι της, μαύρισε η ψυχή της, «τι λόγια ήταν αυτά», τον αποπήρε. Εκείνος κατέβασε το κεφάλι και σώπασε.

Μετά από μια βδομάδα την επισκέφθηκε η κουνιάδα της, ήρεμη μα με μάτια θολά.  Έπεσε στα πόδια της, της φύλαγε τα χέρια. Τα δικά της παγωμένα, τα άλλα φωτιά.  Φωτιά και τα δάκρυα της διαπέρασαν τη σάρκα, το δέρμα, τα κόκκαλα, έσκαψαν πληγή στις φλέβες πότισαν  και το αίμα και τότε το ‘νιώσε,  θυσία και έλεος. Έλεος για μία γυναίκα που λαχτάρησε όσο τίποτα να γίνει μάνα και θυσία το παιδί της που δε θα γνώριζε εκείνη που το γέννησε.

Δαγκώθηκε, κυλίστηκε χάμω σαν το ζωντανό που το σφάζουν ούρλιαξε  ξανά και ξανά. Κι όσο αρνιότανε η καρδιά της  τόσο  ξαναγύριζε στα ρουθούνια της η μυρωδιά από τα δάκρυα της κουνιάδας της καυτά, ικετευτικά, λαβωμένα.

Έψαχνε  τα μάτια του άντρα της, να πιαστεί από κάπου, τα ‘βλεπε διστακτικά  ανάμεσα σε άρνηση και αποδοχή, το ‘ξερε πως εκείνη έπρεπε να πάρει τη μεγάλη απόφαση, εκείνη να σκάψει  βαθιά στα φυλλοκάρδια της αλλά δεν το μπορούσε και πήρε άλλο δρόμο αυτόν της λογικής.

Δύο μοναδικές χάρες ζήτησε. Το ένα ήταν τ’ όνομα. Χαρά θα το έλεγαν  για να της θυμίζει πάντα ότι για να δώσει χαρά πήρε το κρίμα στο λαιμό της, το δεύτερο να περάσει μία μέρα  μονάχη  με το νεογέννητο  μόνες  οι δύο τους μάνα και κόρη.

Όλη την ημέρα  του τραγούδησε όσα νανουρίσματα ήξερε, του είπε για την αγάπη, για τις αξίες της ζωής,  όλα όσα δεν θα του έλεγε στα επόμενα χρόνια και  όταν το βραδάκι το παιδί αποκαμωμένο κοιμήθηκε στην αγκαλιά της,  έκλαψε μέχρι το  ξημέρωμα.  Κι ύστερα απίθωσε το κεφαλάκι  του  στο μαξιλάρι  μυρωμένο με  ευχές, το άφησε ησυχασμένο, γαλήνιο  μες τον ύπνο του να  ταξιδεύει σε καινούργιες αγκαλιές, έκλεισε την πόρτα και δεν κοίταξε ποτέ ξανά πίσω της.

Ορκίστηκε σε τούτη την ιερή στιγμή πως όλα θα γινόντουσαν κανονικά, σαν να μη γέννησε δεύτερο παιδί, σαν μη το έθρεψε εννιά μήνες στη μήτρα της. Άλλης μάνας είναι το παιδί, άλλης μάνας θα ναι η Χαρά. Κλείδωσε με αμπάρες θερίες την πόρτα της καρδιάς που είχε ανοίξει η δευτερότοκη της και πέταξε το κλειδί μέσα στη λογική  που την ορμήνευε πως έτσι έπρεπε να γίνει για να είναι όλοι ευτυχισμένοι και να πορευτούν από δω και πέρα στη ζωή τους γαλήνια. Έσβησε και ότι χνάρια είχαν αφήσει τα δάκρυα και οι μνήμες για να μην αναπολεί, για να μη θυμάται.

Έδωσε  την αγάπη της διπλή και τριπλή στο μοναδικό παιδί της και το μεγάλωσε με αφοσίωση  κι ας την έπνιξαν οι καημοί και τα βάσανα. Ποτέ δε βαρυγκώμησε, δε δείλιασε δεν αναρωτήθηκε. Ήταν κάθε φορά σα να ξεπλήρωνε το κρίμα που είχε βαρύ σα φορτίο μέσα της.  Σαν να της άξιζαν τα δάκρυα κι όχι τα γέλια και οι χαρές, έτσι πίστευε  βαθιά μέσα της κι ας μην το ομολογούσε.

Πέρασαν τα χρόνια, πάντρεψε την κόρη της, χάρηκε εγγόνια. Ήρθαν τα γεράματα, η άνοια. Μπήκε σε ένα ίδρυμα, «θα είναι καλύτερα έτσι» είπαν οι γιατροί, το μόνο που επαναλάμβανε όταν τη ρώταγαν πόσα παιδιά έχεις, ήταν  δύο κορούλες.

Κουράστηκε μια ζωή να πολεμάει την καρδιά της και το μυαλό που σήκωσε τόσα χρόνια το βάρος την πρόδωσε. Δεν άντεχε άλλο, το έκανε το χρέος της, το μόνο που ήθελε τώρα ήταν να κλείσει τα μάτια της  να λευτερωθεί, να ησυχάσει και να κρατήσει επιτέλους στην αγκαλιά της για πάντα την Χαρά που στερήθηκε σε  όλη της τη ζωή, μήπως  και στην άλλη την αιώνια χωρίς τύψεις, χωρίς ντροπή μπορέσει να τη χορτάσει.

Σου άρεσε;

Διάλεξε τα αστέρια που επιθυμείς!

Μέσος όρος 4.6 / 5. Σύνολο ψήφων: 34

Δεν υπάρχουν ψήφοι! Γίνε ο πρώτος που θα βάλει αστεράκια.

Χριστίνα Μιχαηλίδου

Η Μιχαηλίδου Χριστίνα γεννήθηκε και μεγάλωσε σε ένα προάστιο του Πειραιά. Οι γονείς της από Καρδίτσα και Πόντο. Ένα ετερόκλητο κράμα πολιτισμών με σημαντικές μνήμες. Σπούδασε Διοίκηση Επιχειρήσεων στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, με μεταπτυχιακό στο ίδιο αντικείμενο. Εργάσθηκε πολλά χρόνια ως καθηγήτρια σε δημόσια και ιδιωτικά ΙΕΚ. Επίσης σε τμήματα Λογιστηρίου, Μάρκετινγκ και Ανθρωπίνου Δυναμικού. Από μικρό παιδί αγαπούσε το διάβασμα και τη λογοτεχνία. Η γραφή ήταν πάντα γι' αυτήν ένα θεραπευτικό ταξίδι ψυχής.
Γράφει ποιήματα, διηγήματα και το πρώτο της παραμύθι είναι προς έκδοση. Όνειρό της είναι να καταφέρει μέσα από τα κείμενα της να ταξιδέψουν και άλλοι άνθρωποι μαζί της.