Ούτε να γίνει θρύλος ήθελε η Πηνελόπη ούτε η προσωποποίηση της καρτερικότητας. Πολύ δε περισσότερο μια υφάντρα. Ποιος σκέφτηκε να της δώσει αυτό το όνομα; Μα Πηνελόπη! Αυτή που ξεδιπλώνει το υφάδι! Κι αυτό το καταραμένο ήρθε και έδεσε με τη μοίρα της και είκοσι χρόνια τώρα δεν κάνει τίποτα άλλο παρά να βουλιάζει ολημερίς σε έναν αργαλειό και να πλέκει σιωπηλά τον πόνο της στις άκρες του στημονιού.
Και βέβαια να μεγαλώνει τον γιο του πολυταξιδεμένου της και να ΄χει και τα γερόντια να της δυσκολεύουν τη ζωή. Αυτά σκεφτόταν καθώς τα έκανε γυαλιά καρφιά στο δωμάτιο του αργαλειού.
Αναμφίβολα ήταν μια ξεχωριστή γυναίκα, γυναίκα με όλη τη σημασία της λέξης. Φινετσάτη, αριστοκρατική, γεμάτη ενδιαφέρον για τη ζωή. Και πιστή. Οι εντολές που είχε πάρει ήταν σαφείς. Σιωπάς, υπακούς, περιμένεις. Τα τήρησε όλα. Κι έτσι συμπλήρωσε την ευτυχία του Οδυσσέα και μεγάλωσε τη δυστυχία τη δική της. Κάθε σαϊτιά ανάμεσα στο υφάδι ήταν ένα ακόμη μπέρδεμα στη ζωή της. Τα πρωινά να συμμορφώνεται και τα βράδια να αντιστέκεται. Να ξεγελά τον μονοκόμματο χρόνο.
Μπροστά στο παραθύρι, χτυπώντας με μανία το χτένι του αργαλειού της, το αποφάσισε. Είχε μάθει και τα τελευταία κατορθώματα του Οδυσσέα στα εξωτικά νησιά, που δήθεν ναυαγούσε· την έπιασε μια αγωνία να προφτάσει, μια λαχτάρα να μεταμορφωθεί, να βγει στον κόσμο, να αποκτήσει δικές της θύμησες – που όλη της η ζωή γράφτηκε δίπλα σε έναν αργαλειό. Να γεμίσει τα κενά. Έπρεπε να βρεθεί ένας τρόπος να σωθεί από την ανυπαρξία. Να ζήσει χωρίς να υπομένει.
Θα ξεκινούσε ένα ταξίδι. Ένα ταξίδι μιας διαδρομής και όπου φτάσει. Ήταν ο μόνος δρόμος για να κερδίσει τον χαμένο χρόνο. Είκοσι χρόνια μοναξιάς δεν τα λες και λίγα. Όσο κι αν υποτάχθηκε μεθοδικά στα πρέπει, μέσα της ριγούσε, όμοια με ζώο απειθάρχητο που απεγνωσμένα θέλει να ελευθερωθεί. Η πιστή Πηνελόπη τέλος.
Η θαλασσινή αύρα που μπήκε από το παράθυρο της ψιθύρισε ιστορίες και μυστικά, αλήθειες καλά κρυμμένες και πολλές στιγμές, και καλές και κακές. Μα τα απόδιωξε αμέσως, δεν ήταν ώρα για συγκινήσεις. Ήταν ώρα για δράση.
Κοίταξε γύρω της. Τα σπασμένα ξύλα μπλέκονταν με τα μπερδεμένα κουβάρια, απ’ το στημόνι και το ξυλόχτενο δεν είχε απομείνει σχεδόν τίποτε που να θυμίζει τα περασμένα μεγαλεία τους. Έσπρωξε τα κομμάτια με τα πόδια και έφερε στον νου της την εικόνα του Οδυσσέα, μόλις θα ανακάλυπτε τη φυγή της. Θηρίο ανήμερο να την ψάχνει απεγνωσμένα παντού, να αναστατώνει γη και ουρανό. Γιατί άλλο πράγμα το ξένο και άλλο η σιγουριά.
Και καλά για τα πρώτα δέκα χρόνια. Ήταν στον πόλεμο, εντάξει, θα μπορούσε να τον δικαιολογήσει. Και να τον συγχωρήσει. Και το έκανε. Αλλά τα άλλα δέκα; Πού τριγύρναγε εδώ κι εκεί, αδιαφορώντας για το σπίτι και τη γυναίκα του; Είχε μάθει και για την Κίρκη, αυτή τη μάγισσα που τον είχε κρατήσει για χρόνια στο νησί της, αλλά και για την Καλυψώ, αυτήν που τον είχε ερωτευτεί και τον κρατούσε αιχμάλωτο στην απομόνωση του σπιτιού της. Κομμάτια από τα λίγα, της είπαν και της κάρφωσαν μαχαίρι στην καρδιά.
Το ίδιο μαχαίρι, όπως τότε που της ανακοίνωσε το μακρινό ταξίδι και την άφησε με μωρό παιδί να τριγυρνά στα φουστάνια της. Κι ύστερα έφυγε σαν κλέφτης, δίχως έναν χαιρετισμό, ένα φιλί. Όλα αυτά για τα καμώματα της πρωτοξαδέλφης της, της Ελένης. Ποιος φανταζόταν πως αυτό το κακομαθημένο θα αναστάτωνε μια μέρα όλη τη χώρα. Και δεν ήταν και καμιά θεά. Ήξερε να σαγηνεύει, μα όχι να μένει.
Κι όμως… η Ελένη ταρακούνησε τον κόσμο. Κι αυτή –που την περιφρονούσε– ένιωθε μέσα της να φουντώνει εκείνη η πίκρα που μοιάζει με ζήλια. Όχι γιατί ήταν πιο όμορφη. Η Ελένη, το μόνο που κατάφερε ήταν να πάρει στον λαιμό της τόσον κόσμο και μαζί και τον άντρα της. Μόνο για τέτοια ήταν ικανή. Αλλά γιατί έζησε, όπως ήθελε. Έκαψε τα πάντα στο πέρασμά της, κι ας πήρε στον λαιμό της τόσους. Κι όσο κι αν η Ελένη δεν ήταν τίποτα στα μάτια της, ζήλευε την ελευθερία της. Το θράσος της να φεύγει, να χαλάει, να διεκδικεί. Ζήλευε που δεν πνίγηκε ποτέ της στον αργαλειό.
Μόλις, λοιπόν, έμαθε ότι ο Οδυσσέας γύρισε, τα έκανε γης μαδιάμ. Γύρισε, αφού πέρασε πρώτα από την Καλυψώ. Της τα είχαν αναφέρει όλα με κάθε λεπτομέρεια. Η σκέψη ότι ο άντρας της γύρισε από τις αγκαλιές άλλων γυναικών, την έκανε να νιώσει πως δεν είχε άλλη επιλογή. Δεν ήθελε να τον δει ξανά.
Και τότε ήταν που πήρε την απόφαση να φύγει. Την απόφαση, γιατί η σκέψη τριγύρναγε για χρόνια στο μυαλό της, καθώς πήγαινε πένθιμα σαν σε πομπή λιτανείας, από το ένα δωμάτιο στο άλλο και από το παρελθόν στο παρόν αποφεύγοντας το μέλλον.
Για αυτό το μέλλον πάσχιζε τώρα. Τα είχε κανονίσει όλα. Θα έφευγε, πριν προλάβει να τον συναντήσει. Είχε πακετάρει τα χρειαζούμενα, άφησε κι ένα γράμμα στον γιο της δίνοντάς του συμβουλές και μιαν υπόσχεση συνάντησης. Μεγάλος ήταν, θα καταλάβαινε. Έβγαλε και άφησε το δαχτυλίδι πάνω στο τραπέζι να φαίνεται. Είκοσι χρόνια είχε σφηνώσει στο δάχτυλό της. Πάλι καλά που βγήκε. Λίγο ακόμα και θα ήταν αργά. Άλλη εκκρεμότητα δεν είχε. Πίσω από τον μυτερό βράχο στη μικρή παραλία την περίμενε ένα καΐκι.
Ήθελε, όμως, να τον δει για τελευταία φορά χωρίς αυτός να την αντιληφθεί. Ήξερε ότι θα ήταν στο άλλοτε κοινό τους δωμάτιο. Πλησίασε αθόρυβα.
Η σιλουέτα του Οδυσσέα διαγράφηκε ξεκάθαρα από τη χαραμάδα της πόρτας. Είχε μπροστά της τον πανταχού παρόντα πρωταγωνιστή ενός ολόκληρου κόσμου, αλλά και του δικού της κόσμου. Καθόταν στητός και ακίνητος πάνω από το μεγάλο κρεβάτι από ξύλο ελιάς. Το αναμμένο κερί τρεμόπαιζε και τον έλουζε με ένα φως που τον έκανε να φαίνεται θεόρατος και επιβλητικός. Η Πηνελόπη τον είδε να χαϊδεύει με το χέρι του το δαχτυλίδι που κρεμόταν με μια αλυσίδα στον λαιμό του. Ίσως τον πονούσε κι αυτόν ο χρόνος. Ίσως, μα άργησε. Τα μάτια της είχαν μια σκοτεινή έκφραση, δύσκολο να τα εξιχνιάσεις και πήρε μια βαθιά ανάσα.
«Αντίο, Οδυσσέα» μουρμούρισε.
Με ένα αλλόκοτο χαμόγελο μπήκε για τελευταία φορά στο δωμάτιο του αργαλειού, έσκυψε και πήρε τη σαΐτα. Αυτή τη φορά θα ύφαινε με δικό της νήμα τη ζωή.
Βγήκε έξω. Μύριζε αγιόκλημα κι ο ουρανός είχε ένα βαθύ μπλε, σαν μυστική υπόσχεση γι’ αυτό που θα ακολουθούσε.
Εκείνος ήταν μέσα κι ούτε που γνώριζε τι γινόταν.
Εκείνη χάθηκε στη νύχτα.






