Ήταν βράδυ παραμονής Πρωτοχρονιάς, το χιόνι έπεφτε πυκνό σκεπάζοντας κάθε ίχνος του εδάφους. Τα σπίτια και οι αυλές τους ήταν στολισμένα με διάφορα πρωτότυπα χριστουγεννιάτικα στολίδια και χρωματιστά λαμπιόνια. Από εκείνη την στιγμή κάθε παιδί ανυπομονούσε να πάρει στα χέρια του το δώρο του Άγιου Βασίλη.
Ο Στιβ είχε μια καταπληκτική και ευφυέστατη ιδέα. «Και αν πιάναμε τον Άγιο Βασίλη;» σκέφτηκε. «Τότε ο Άγιος Βασίλης θα μας φέρει παιχνίδια, πολλά παιχνίδια, μόνο για μας!» Κάθισε και μετά από πολλή σκέψη αποφάσισε να στήσει μια παγίδα στο σαλόνι του σπιτιού δίπλα από το χριστουγεννιάτικο δέντρο, έτσι ώστε να τον πιάσει. Πήρε μια λεπτή διάφανη κλωστή και την έδεσε απ’ άκρη σ’ άκρη παράλληλα στον καναπέ. Περίμενε μέχρι να κοιμηθούν οι γονείς του και μετά πήγε και κρύφτηκε πίσω από τον καναπέ. Η ώρα πήγε μία, αλλά πουθενά ίχνος από τον Άγιο Βασίλη.
Ο Στιβ είχε πλέον αρχίσει να νυστάζει, αλλά προσπαθούσε να μείνει ξύπνιος για να τον πιάσει. Καθώς τα λεπτά περνούσαν τα βλέφαρα του Στιβ άρχισαν να κλείνουν. Ξαφνικά ένιωσε να χάνεται και να βρίσκεται σε ένα άγνωστο αλλά ταυτόχρονα πολύ οικείο τόπο γι’ αυτόν. Είχε σκοτάδι, χιόνιζε και οι δρόμοι έλαμπαν από τα χριστουγεννιάτικα λαμπάκια που υπήρχαν στις αυλές των σπιτιών. Ο Στιβ άρχισε να περιπλανιέται σε διάφορα στενά ώσπου απρόσμενα είδε μια κόκκινη φιγούρα μπροστά του να εμφανίζεται σαν ανεμοστρόβιλος. Ήταν ο Άγιος Βασίλης με τους ταράνδους του. Ο Στιβ προσπάθησε να τρέξει προς το μέρος τους και να τους πιάσει όμως μάταια! Ήταν πολύ γρήγοροι.
Αναπάντεχα ο Στιβ άκουσε έναν δυνατό ήχο, ξύπνησε και συνειδητοποίησε ότι ονειρευόταν. Είχε πλέον ξημερώσει και δίπλα στο χριστουγεννιάτικο δέντρο υπήρχαν διάφορα μικρά και μεγάλα δώρα διακοσμημένα με πολλούς φιόγκους. Ο Στιβ ενθουσιασμένος άρχισε να ανοίγει και να παίζει με τα καινούργια του παιχνίδια, καθώς σκεφτόταν ότι του χρόνου δεν θα αποκοιμηθεί και θα στήσει μια καλύτερη παγίδα για να πιάσει τον Άγιο Βασίλη.






