Πλησιάζουν οι μέρες για τα Χριστούγεννα και πάλι μόνη θα είμαι μέσα σε αυτό το παλιό, κρύο κτίριο. Όλοι φεύγουν, κανείς δεν μένει κι εγώ πάλι μόνη μου χωρίς παρέα. Το μόνο που έχω είναι το αρκουδάκι μου την Τούλα. Είναι ένα κουταβάκι του αγίου Βερνάδου. Δεν θέλω πολλά, απλά να πάω κάπου, έστω για λίγες μέρες κι ας μην πάρω δώρα, να αισθανθώ μόνο αυτό το πράγμα που λέγεται αγάπη. Εγώ ποτέ δεν είχα αγάπη. Ή μάλλον είχα. Πριν γίνει αυτό το μοιραίο δυστύχημα που στοίχισε την ζωή σε αυτούς που με αγαπούσαν, πιο πολύ από τον καθένα. Αν δεν ήταν αυτό το δυστύχημα, όλα θα ήταν αλλιώς .
Οι μέρες περνούν και όλοι φεύγουν μέχρι που μένω μόνη, τελείως μόνη, και καθώς φεύγουν έρχεται και το τσουχτερό αυτό κρύο που σου κομματιάζει ολόκληρο το σώμα σου έτσι απλά και βασανιστικά. Θέρμανση ούτε για πλάκα δεν υπάρχει. Είμαι μέσα σ’ ένα ξεχασμένο κτίριο που οι άνθρωποι έρχονται απλά και μόνο για τα χρήματα. Δεν υπάρχει στοργή και φοβάσαι μέχρι και να κοιμηθείς, καθώς δεν ξέρεις αν θα φας αυτό το χαστούκι ή αν θα ακούσεις αυτές τις φωνές παράνοιας να σου ουρλιάζουν λες και σκότωσες κάποιον.
Νύχτωσε και δεν έχω τίποτα καλύτερο να κάνω από το να κοιμηθώ. Όμως δεν με πιάνει ο ύπνος και το μόνο που καταφέρνω είναι να κάθομαι και να στροβιλίζομαι στο κρεβάτι. Ξαφνικά βλέπω ένα φως από μακριά, σηκώνομαι και πλησιάζω. Το μόνο που κάνω είναι να τρέχω και να πέφτω πάνω στους ανθρώπους που εκλιπαρούσα να δω τόσα χρόνια που δεν πίστευα ότι είμαι μαζί τους. Κι όμως είναι εδώ και με παίρνουν.
Περπατάω μαζί τους και με το που βγαίνουμε από το κτίριο βλέπω λίγα μέτρα πιο κάτω κάτι χρυσά σκαλοπάτια να αιωρούνται και να με οδηγούν προς τα αστέρια. Ξεκινάνε και περπατάνε πάνω σε αυτά. Αφού χαιρέτησα το κτίριο που χαμογελούσε και δάκρυζε πίσω μου, τους ακολούθησα. Χωρίς να το καταλάβω βρίσκομαι σε ένα μικρό σπιτάκι όπου είναι στολισμένο με λαμπάκια και χιονισμένα κεραμίδια. Μπαίνω μέσα και τι να δω, όλο τον τόπο στολισμένο με λαμπάκια αρκουδάκια, γιρλάντες και πολλά άλλα πράγματα. Το σπίτι είναι ζεστό και καθώς πλησιάζω στη κουζίνα για να εξερευνήσω, βλέπω ένα δέντρο στολισμένο πάνω στο τραπέζι και δίπλα του να είναι το αρκουδάκι μου η Τούλα να με κοιτάει και να μου λέει παρακαλώ. Κάπως έτσι κάθομαι στο τραπέζι και τρώω μια από τις καραμέλες, καθώς χαζεύω για πρώτη φορά αυτό που λένε αγάπη των Χριστουγέννων.
Έτσι έμεινα εκεί για πάντα πάνω απ’ τα άστρα με άτομα που με αγαπούν και μου μαθαίνουν τι θα πει αγάπη. Η αγάπη σε μένα ήρθε τελικά από κάτι που ήταν πάντα κοντά μου και δεν με παράτησε ούτε μια στιγμή.






