ΓΡΑΦΕΙΝ

Ο ματαιόδοξος Υπουργός

Μεσημέρι Μαρτίου. Ο γαλανός ουρανός ψηλά λάμπει ευρύχωρος και φωτεινός πάνω από τη μικρή πόλη. Μια πόλη φτιαγμένη από μερικές εκατοντάδες σπίτια μαζεμένα στο κέντρο της, μερικά από αυτά πέτρινα, αποκαθηλωμένα και θλιμμένα, τα περισσότερα φτηνές διώροφες κατασκευές με αλουμινένια παράθυρα, με δυο-τρεις κύριους δρόμους, μερικά εμπορικά, κτήρια που στεγάζουν ελάχιστες δημόσιες υπηρεσίες και κάποια ακόμα σπίτια χτισμένα στις άκρες της πόλης, εκεί που αρχίζει η επικράτεια της Φύσης, μοναχά τους, σχηματίζουν την πόλη αυτή, που μέσα της ζουν άνθρωποι φτωχοί, σκυφτοί, μαθημένοι στις στερήσεις της αγροτικής ζωής.

Σήμερα, όμως, τα λίγα σπίτια αυτής της πόλης μοιάζουν πιο μεγάλα, πιο χαρούμενα και πιο φωτεινά. Και δεν φταίει μόνο τα’ ότι κολυμπούνε στη ανοιξιάτικη λιακάδα. Οι κάτοικοι τους νοιώθουν σήμερα πιο γιορτινοί γιατί περιμένουν να υποδεχτούν τον κ. Υπουργό! Και είναι πιο ζωηροί και πιο αναστατωμένοι απ’ ότι συνήθως γιατί ο κ. Υπουργός κατάγεται από το μέρος τους, είναι ένας απ’ αυτούς, ένας σαν κι αυτούς. Οι περισσότεροι γνωρίζουν τους γονείς του και τους λοιπούς συγγενείς του, πολλοί τον θυμούνται μικρό να πηγαίνει ακόμα στο σχολείο τους, κάποιοι έχουν στο παρελθόν συνεργαστεί σε δουλειές μαζί του. Για το λόγο αυτό, όλοι μαζί ελπίζουν, πιστεύουν, σχεδόν ανυπομονούν ότι αυτός, που έγινε τώρα μεγάλος, κοτζάμ υπουργός, τώρα θα βοηθήσει, δίνοντας λύσεις στα δικά τους, και δικά του, μεγάλα προβλήματα.

Πολύς κόσμος, εξημμένος, είναι μαζεμένος στην κεντρική πλατεία. Κάποιοι κρατάνε πλακάτ, άλλοι σημαίες, φωνάζουν τον όνομα του Υπουργού, ενώ με την καθοδήγηση ενός ατόμου επαναλαμβάνουν διάφορα συνθήματα. Κι όταν σταματούνε για λίγο να φωνάζουνε τα συνθήματα, τότε αρχίζουν να μιλούν μεταξύ τους, διαβεβαιώνοντας ο ένας τον άλλον πως σίγουρα ο κ. Υπουργός θα λύσει τα προβλήματα τους!

Κάποια στιγμή φτάνει ο κ. Υπουργός. Το αυτοκίνητο του φτάνει δηλαδή, μια μαύρη κουρσάρα που συνοδεύουν κι άλλα πολλά, μεγάλα και μικρότερα, μαύρα αυτοκίνητα. Που φέρνουν τον κ. Υπουργό και τους ανθρώπους του. Αυτοκίνητα μαύρα όπως μαύρα είναι τα σμόκιν και τα κουστούμια των ανθρώπων που βγαίνουν από μέσα τους, μαύρες οι γραβάτες τους και τα μαύρα γυαλιά τους, μαύρο το χαβιάρι τους, μαύρα τα εσώρουχα των γυναικών που ποθούν, μαύρο το χρήμα τους και η μαύρη αγορά τους, μαύρες οι ψυχές τους, μαύροι και οι φόβοι τους που κανείς τους δεν επιθυμεί να γνωρίζει! Η αυτοκινητοπομπή σταματά και από τη μαύρη κουρσάρα βγαίνει ο κ. Υπουργός. Με το κασμιρένιο γκρί κοστούμι του, την σοβαρή βαθυγάλανη γραβάτα του με το μεγάλο περίτεχνο κόμπο της σαν πινελιά ζωγράφου να χρωματίζει το λευκό πουκάμισο του με τους λακαρισμένους γιακάδες, με το πλούσιο γκρι παντελόνι του με την ωραία τσάκιση, ανασηκωμένο ελαφρά στο μπατζάκι να φαίνονται οι ολομέταξες κάλτσες του που συνοδεύουν τα ακριβά, ταμπά, δετά παπούτσια του. Χαμογελάει γεμάτος αυτοπεποίθηση και ικανοποίηση για την υποδοχή που του γίνεται. Σαν να την περίμενε και σαν να του την χρωστούσανε. Το βλέμμα του αντανακλά την μέθεξη του πλήθους αλλά εμπεριέχει κι άλλα συναισθήματα πέρα απ’ αυτήν, δείχνοντας έτσι ότι αυτός δεν ορίζεται μόνο από τα συναισθήματα του πλήθους. Δεν θα μπορούσε να γινόταν διαφορετικά άλλωστε αφού ο κ. Υπουργός πιστεύει ότι ο ίδιος δεν είναι σαν τους άλλους, ότι είναι φτιαγμένος από άλλο διαφορετικό μέταλλο. Ότι είναι σαφώς καλύτερος από αυτούς, γεννημένος να κάνει σπουδαία πράγματα. Πιστεύει στον εαυτό του και στην αποστολή του. Και αποστολή του είναι να οδηγήσει αυτό τον κόσμο σαν ηγέτης του, να γίνει η φωνή αυτού του κόσμου που προσδένεται πάνω του, αναζητώντας απ’ αυτόν μια ελπίδα και μια διαφορετική προοπτική ζωής.

Η πραγματικότητα βέβαια είναι κάπως διαφορετική και από το αφήγημα του κ. Υπουργού και από τις προσδοκίες του λαού. Ο υπουργός έγινε υπουργός πείθοντας προηγουμένως άλλους υπουργούς πως είναι ο άνθρωπος τους, για να τους προδώσει στη συνέχεια και να συμπαραταχθεί με τους αντιπάλους τους. Και όταν διείδε ότι και αυτοί με τη σειρά τους δεν έχουν κάτι άλλο να του δώσουν, έγκαιρα εγκατάλειψε και αυτούς για χάρη κάποιων τρίτων. Πάντοτε πρόθυμος κόλακας, οσφυοκάμπτης και παιδί για τα θελήματα με τους ανωτέρους του και ταυτόχρονα άκαρδος και αδυσώπητος με τους κατωτέρους του. Έμεινε στην επιφάνεια παζαρεύοντας, εκβιάζοντας, λέγοντας ψέματα, ξοδεύοντας πολλά χρήματα που έπαιρνε απ’ άλλους ως προκαταβολή ή αποπληρωμή πολιτικών υποχρεώσεων που αναλάμβανε. Σε μια διαδρομή που όφειλε να έχει μόνο ένα αποτέλεσμα: την επιβεβαίωση της σπουδαιότητας του εαυτού του, την επιβεβαίωση της ματαιοδοξίας του. Ήταν το μόνο αποτέλεσμα που παρείχε την αναγκαία απόσταση από την πραγματική αλήθεια που ήθελε καλά να κρύψει: ότι στην πραγματικότητα δεν ήταν παρά ένας κοντός, ένας βαψομαλλιάς, με ένα πρόσωπο βλογιοκομμένο και άσχημο, και με μια εκ γενετής αναπηρία στο περπάτημα που τον ανάγκαζε επιπλέον να κουτσαίνει. Μια έρημη κατάρα, ένας άνθρωπος που από την εμφάνιση του και μόνο, λίγοι θα τον επέλεγαν. Και αυτό δεν μπορούσε να το αποδεχθεί! Και τον ανάγκαζε να διαλαλεί, αντίθετα, την σπουδαιότητα του εαυτού του, πείθοντας όχι μόνο τον εαυτό του αλλά και πολλούς άλλους που έβρισκε στο δρόμο του να συμφωνήσουν μαζί του. Κάνοντας καλλίγραμμές δεσποινίδες, πολύ μικρότερες της δικής του ηλικίας, να τον συνοδεύουν ασμένως παντού όπως και δεκάδες άλλους κομματικούς εγκάθετους να τον περιτριγυρίζουν, έτοιμοι όλοι να ικανοποιήσουν κάθε του χατίρι ή ιδιοτροπία, για να κερδίσουν την εύνοια του.

Μετά τις χαιρετούρες, τα καλωσορίσατε και τα καλώς σας βρήκα, ο κ. Υπουργός καταλύει σε ένα από τα είκοσι δωμάτια που είχαν κλειστεί για αυτόν και την συνοδεία του στο μοναδικό ξενοδοχείο της πόλης. Σε ένα από αυτά τα δωμάτια ο κ. Υπουργός και η συνοδεία του κλείνονται κι αρχίζουν αμέσως να κολυμπάνε στο ουίσκι και στις κουβέντες, χαχανίζοντας όποτε χαχάνιζε ο υπουργός και σιωπώντας όποτε αυτός σιωπούσε. Το απόγευμα ο Υπουργός λαμβάνει μέρος σε μια σύσκεψη αγροτικών φορέων της περιοχής που διοργανώνεται στο ξενοδοχείο και αργότερα έχει ιδιαίτερες συναντήσεις με τον δήμαρχο της πόλης και άλλους εκπροσώπους τοπικών φορέων. Ακολούθως δίνει συνέντευξη τύπου σε δημοσιογράφους του τοπικού τύπου. Μετά προεδρεύει σε μια άλλη σύσκεψη τοπικών κομματικών στελεχών και το βράδυ, αφού τρώει μόνος του στο δωμάτιο του, το περνά με την δημοσιογράφο εκείνη που ξεχώρισε από όλους τους εκπροσώπους του Τύπου που είχε συναντήσει πρωτύτερα. Την είχε ξεχωρίσει από την προηγούμενη φορά που είχε επισκεφτεί τα μέρη αυτά, από την συμπεριφορά της. Ήταν ευγενική αλλά όχι υποταγμένη, διαβασμένη και καταρτισμένη, με μια εντυπωσιακή ανεξαρτησία σκέψης. Και συνάμα ομορφούλα και σέξι. Και ήθελε και αυτή να πάει μπροστά. Το γεγονός ότι αυτή η γυναίκα δεν τον έγλειφε, ότι ήταν ευγενική αλλά όχι δουλοπρεπής μαζί του, τον ερέθιζε. Αν απλά δεν τον γούσταρε, αν ακόμα τον θεωρούσε απατεώνα, όπως άλλωστε ήξερε ότι τον θεωρούσε τόσος κόσμος – και ήταν, ουδόλως θα τον ενοχλούσε. Το ότι όμως αυτή η άρτια επαγγελματίας τον αντιμετώπιζε ως εκπρόσωπο της εξουσίας και παρ’ όλα αυτά δεν ήταν διατεθειμένη να τον γλύψει, πλήγωνε την ματαιοδοξία του, τον πονούσε. Και όλο αυτό τον ερέθιζε, τον έκανε να θέλει να την πηδήξει. Και την πήδηξε.

Την άλλη μέρα πρωί-πρωί όλη η συνοδεία του Υπουργού έχοντας ξεμεθύσει από τις καταχρήσεις της προηγούμενης νύχτας, ήταν πάλι έτοιμη να ξαναμεθύσει σε επόμενες νικηφόρες αποστολές και σε νέα ξενοδοχεία. Πρωί-πρωί μπήκε πάλι στις μαύρες κουρσάρες της, έτοιμη να εγκαταλείψει το ξενοδοχείο της μικρής αυτής πόλης, παίρνοντας τον δρόμο για την πρωτεύουσα. Ο κ. Υπουργός κάθισε στη θέση του, αναπηδώντας μια τελευταία φορά σε αυτήν πριν να βολευτεί. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη του, περνώντας το δεξί του χέρι στα μαλλιά του και άφησε το βλέμμα του να φύγει έξω από το παράθυρο, χωρίς να κοιτάζει τίποτα και κανέναν. Με ύφος ικανοποιημένο και προσεκτικό εξέτασε στα πόδια του, τα δετά του παπούτσια, τους κόμπους των φαρδιών κορδονιών τους. Άπλωσε τα μικρά ποδαράκια του με άνεση ίσια μπροστά και ακούμπησε τα χέρια του στο μεγάλο και αναπαυτικό κάθισμα του αυτοκινήτου του. Σε λίγο ο κ. Υπουργός πάλι θα ξανακοιταχτεί στον καθρέφτη του και θα στρώσει για μια ακόμα φορά με τα δάκτυλα του την χωρίστρα των μαλλιών του, ανάλαφρα, σαν να ξεσκονίζει με το φτερό κάποιο πολύτιμο μπιμπελό. Κάποια στιγμή, ο κ. Υπουργός, βάζει τυχαία το χέρι του στη τσέπη του σακακιού του, την ψαχουλεύει και βγάζει από εκεί ένα χαρτάκι που κάποιος, φαίνεται, λάθρα, είχε τοποθετήσει εκεί για να διαβαστεί απ’ αυτόν. Το κοιτάζει λίγο και σχεδόν αμέσως το πετάει, χωρίς να το διαβάσει, μην έχοντας όρεξη να αντικρύσει ξανά τις συνήθεις προειδοποιήσεις των διάφορων Αρτεμιδώρων που δεν έχουν βαρεθεί να του επαναλαμβάνουν πως “τους διαφόρους που χαιρετούν και προσκυνούν οφείλει να τους παραμερίσει”! Εξ άλλου ένα τόσο προχειροδιπλωμένο και κακομοίρικο χαρτάκι, που δεν ταιριάζει καθόλου με την γραμμή του όμορφου κι ακριβού κουστουμιού του, δεν του περνάει καν από το μυαλό πως θα μπορούσε να το λάβει υπόψη του!

Το αυτοκίνητο του κ. Υπουργού ξεκινά. Ο ουρανός, στην άκρη αυτή του κόσμου, θα συνεχίσει και χωρίς τον κ. Υπουργό να είναι μεγάλος και φωτεινός, η πόλη μικρή, σκυφτή και με προβλήματα ενώ το Υπουργείο θα οφείλει από σήμερα ένα ακόμα απλήρωτο λογαριασμό στο ξενοδοχείο!

Σου άρεσε;

Διάλεξε τα αστέρια που επιθυμείς!

Μέσος όρος 4.3 / 5. Σύνολο ψήφων: 7

Δεν υπάρχουν ψήφοι! Γίνε ο πρώτος που θα βάλει αστεράκια.

Νίκος Μπιλανάκης

Ο Ν. Μπιλανάκης είναι γιατρός-ψυχίατρος. Έχει συγγράψει πολλά βιβλία και επιστημονικές εργασίες. Τελευταία αρθρογραφεί σε εφημερίδες και ηλεκτρονικά περιοδικά.