Ονειροπράκτορες – Μέρος 5ο: Εφιάλτες στον πλανήτη Γη! - ΓΡΑΦΕΙΝ
ΓΡΑΦΕΙΝ

Ονειροπράκτορες – Μέρος 5ο: Εφιάλτες στον πλανήτη Γη!

Διαβάστε εδώ το 4ο μέρος

Πως τα είχαν καταφέρει πάλι έτσι;

«Καλά τα πήγαμε! Για πρώτη φορά που ερχόμαστε, αν και κατά λάθος.» είπε η Μελωδία ισιώνοντας τα φτερά της. Ο Ονειρούλης την κοίταξε και θυμήθηκε πως ούρλιαζε καθώς έπεφτε στην Ονειροδίνη. Έπειτα έριξε μια μάτια στον φουντωτό πλέον Σίφουνα που είχε ηλεκτριστεί το τρίχωμά του από τον αέρα και ύστερα άρχισε να ξεμπλέκει σκουπίδια από τις κεραίες του.

Μα πώς κατέληξαν από την όμορφη πλατεία τους στην… «πώς φτάσαμε στη Γη;»

«ποιος μας έσπρωξε στην Ονειροδίνη;» αναρωτήθηκε και η Μελωδία.

«Πότε τρώνε σε αυτό το μέρος;» συμπλήρωσε και ο Σίφουνας και το στομάχι του άρχισε να παραπονιέται. «Μη με κοιτάτε, είναι η ώρα για να φάω τη μπανάνα μου».

Όλα ήταν ήρεμα, οι Ονειρομάδες έμπαιναν στη σειρά τους όταν άκουσαν ξαφνικά μία έκρηξη, τα ζιζάνια ελευθερώθηκαν, κατευθυνόμενα προς την Ονειροδίνη κι έπειτα…

«Ήταν παγίδα για να πάμε εκεί. Δεν το πιστεύω πως την πατήσαμε έτσι;»

«Τι ακριβώς σου κάνει εντύπωση δηλαδή; Γιατί εμένα με εντυπωσιάζει που σου φαίνεται περίεργο που την πατήσαμε πάλι».

«Δεν είναι αστείο, η ομάδα των Δακρύων πλέον έχει γίνει επικίνδυνη» δεν πρόλαβε να τελειώσει τη φράση του και τότε δύο τεράστια περίεργα πλάσματα με καπέλα και μπλε ρούχα τους άρπαξαν.

Δεν ήξερε πόσες ώρες ταξίδευαν, όταν άνοιξε τα μάτια του ήταν πίσω από κάγκελα, ο Σίφουνας κοίταξε τις περίεργες μαϊμούδες, μα όταν του έδειξαν τις μπανάνες αμέσως ηρέμησε και κάθισε μαζί τους. Η Μελωδία γύρω της είχε περίεργα εξωτικά πουλιά έβλεπε και τον Σίφουνα που έπαιζε με τις άλλες μαϊμούδες μα πουθενά δεν έβλεπε τον Ονειρούλη.

«Σίφουνα!» φώναξε και εκείνος την κοίταξε «που είμαστε;»

«Λέει ζωολογικός κήπος, τι κήπος δηλαδή ζωολογική φυλακή. Κοίτα πόσους εγκληματίες έχει εδώ, σαν τα ζιζάνια που πρέπει να βρούμε».

«Εγκληματίες;» ο Σίφουνας κοίταξε τον ελέφαντα που είχε πεταχτεί.

«Για ποιον άλλο λόγο είστε σε κλουβιά;»

«Το μόνο μας έγκλημα ήταν που ήμασταν ευτυχισμένα στα σπίτια μας πριν μας απαγάγουν! Ναι, μην με κοιτάτε έτσι, κανείς εδώ δεν έκανε τίποτα κακό εσείς ποιοι είστε;»

«Είμαστε Ονειροπράκτορες».

«Πρώτη φορά το ακούω».

«Καλά και εμείς μη νομίζεις πως καταλαβαίνουμε τι κάνουμε ακριβώς. Γιατί δεν το σκάτε;»

«Για να πάμε πού; Έχουν κόψει όλα τα δέντρα, δεν έχουμε μέρος να κρυφτούμε. Δε βαριέσαι τουλάχιστον έχουμε ένα κομμάτι φαγητό.» Και με αυτό γύρισε πλάτη και έπεσε για ύπνο.

«Ωραία, μου έφτιαξε τη διάθεση» μουρμούρισε ο Σίφουνας και η Μελωδία βγήκε από τα κάγκελα «ο Ονειρούλης;»

«Δεν τον έχω δει. Φοβάμαι μην έπαθε τίποτα κακό» είπε ανήσυχη μα ένα φίδι τους είπε πως τον πήραν γιατί δεν ήξεραν τι ζώο είναι και θα το έστελναν σε εργαστήριο.

Βιάστηκαν οι δύο φίλοι να το σκάσουν για να βρουν τον Ονειρούλη και μαζί τους δραπέτευσαν και οι υπόλοιπες μαϊμούδες που με τη σειρά τους άρχισαν να ανοίγουν τα υπόλοιπα κλουβιά. Αυτό προκάλεσε μεγάλη ταραχή. Άνθρωποι βγήκαν από παντού φωνάζοντας πως τα ζώα το σκάνε.

Μέσα στον πανικό κι έπειτα από πολύ ώρα μπήκαν σε ένα δωμάτιο και τον βρήκαν δεμένο μέσα σε μία κούτα.

«Νόμιζα ότι με ξεχάσατε!» είπε όταν τον βοήθησαν να σταθεί.

«Όχι βέβαια, απλά έπρεπε να φάω πρώτα τη μπανάνα μου» γύρω υπήρχε φασαρία και φωνές. Ο πανικός διευκόλυνε την απόδρασή τους, μερικά πουλιά τους ευχαρίστησαν καθώς πετούσαν πλέον ελεύθερα στον νυχτερινό ουρανό.

Όταν επιτέλους είχαν απομακρυνθεί αρκετά για να είναι ασφαλής, άκουσαν τον πιο άσχημο ήχο που είχαν ακούσει ποτέ. Κλάμα παιδιού. Πρώτα ήταν ένα, έπειτα κι άλλο και στη συνέχεια, ακούγονταν από παντού. Ήξεραν πως τα ζιζάνια είχαν πλέον πιάσει δουλειά, πως οι εφιάλτες είχαν τρυπώσει στα παιδικά κεφάλια και πως η Ονειροχώρα θα καταστρεφόταν αν ο Βασιλιάς έχανε τη δύναμή του.

«Λοιπόν» είπε αποφασίστηκα ο Ονειρούλης «Μελωδία στον αέρα πες τα νανουριτά σου, Σίφουνα στο χώμα στείλε τις αστείες εικόνες σου και εγώ θα τα καθοδηγήσω σαν σωστός δαμαστής Ονείρων». Η μαϊμού υπάκουσε χωρίς να το σχολιάσει. Ο Ονειρούλης με τις κεραίες του μάζεψε τον άνεμο και έστειλε σε όλη την πόλη τα όμορφα τραγούδια και τα αστεία όνειρα.

Τα ζιζάνια άρχισαν να αποχωρούν. Αυτό ήταν, με το μαγικό του κολιέ τα μάζεψε όλα μέσα και τα έκλεισε εκεί για να τα πάρει πίσω στην Ονειροχώρα. Πολύ σύντομα κανένα παιδί δεν έκλαιγε . Το μόνο που έπρεπε να κάνουν ήταν να βρουν τρόπο να γυρίσουν.

Η Φρίντα χόρευε χαρούμενη όσο τα ζιζάνια κυνηγούσαν τις Ονειρομάδες. Η πλατεία ήταν γεμάτη σκόνη και το σιντριβάνι κλειδωμένο. Ο βασιλιάς πλέον κοιμόταν, δε θα γυρνούσε ξανά. Οι εφιάλτες είχαν κάνει δουλεία, τα παιδιά ολόκληρου του κόσμου τώρα έκλαιγαν και φοβόντουσαν! Ο Κόρικο και η Αμέλεια έφεραν μπροστά της τους ανόητους. Ήξερε πως θα γυρνούσαν ήθελε απλά μα τους ξεφορτωθεί μέχρι να κατακτήσουν την Ονειροχώρα.

«Λοιπόν; Πως περάσατε στην Γη;» ο Ονειρούλης προσπάθησε να λυθεί αλλά μάταια. «Ετοιμαστείτε, η Ονειροχώρα θα γίνει ανάμνηση».

«Έτσι λες; Αν έστω και μια πόλη έχει φως τότε εμείς θα έχουμε δύναμη!» απάντησε με σιγουριά ο Ονειρούλης. Τον κοίταξε με απορία την ίδια στιγμή που ο βασιλιάς είχε ξυπνήσει και στεκόταν πίσω της.

Οι Ονειροπράκτορες είχαν καταφέρει να μαζέψουν όλα τα ζιζάνια από εκείνη την πόλη, αυτό δεν το ήξερε η ομάδα των δακρύων. Έξαλλος ο Βασιλιάς φώναξε τόσο δυνατά που η αλεπού ο κόκορας και η ακρίδα ούρλιαξαν και μπλέχτηκαν μεταξύ τους. Τους κεραυνοβόλησε λοιπόν μα η αλεπού πριν χαθεί στο δάσος γύρισε στο μέρος του.

«Δεν έχει σημασία, η δύναμη μας ήρθε και έρχεται ο αληθινός βασιλιάς! Ο Εφιάλτιους έχει ξυπνήσει» είπε ύπουλα και μοχθηρά.

Όλα έγιναν όπως πριν, τα ζιζάνια τα έκλεισαν στα φωτόκουτα, οι εφιάλτες έσβησαν, η πλατεία ήταν πάλι καθαρή και το σιντριβάνι ανοιχτό με τα δελφίνια να κάνουν τούμπες, μα ο Ονειρούλης ήθελε να μάθει τι εννοούσε η Φρίντα.

«Ούτε την ιστορία της Ονειροχώρας διάβασες Ονειρούλη;» τον μάλωσε η Μελωδία. Ο Σίφουνας έκανε ότι ράβει το στόμα του μένοντας σιωπηλός. «Είναι μύθος, τα δύο αδέλφια οι δύο Βασιλιάδες».

«Θα διαβάσω να τα μάθω όλα για αυτούς» είπε ο Ονειρούλης.

«Δε θα χρειαστεί θα σου πω εγώ την ιστορία, βλέπετε εγώ την έγραψα, αφού μου εξηγήσετε πως καταστρέψατε έναν ολόκληρο ζωολογικό κήπο!» είπε και ο βασιλιάς.

«Ε όχι και τον καταστρέψαμε!» φώναξε η Μελωδία.

«Ε όχι και κήπος τα μπουντρούμια!» συνέχισε ο Σίφουνας.

«Ε όχι και…» ο Ονειρούλης το σκέφτηκε λίγο «βασικά εγώ ήμουν δεμένος και κλεισμένος, τι εννοεί τον καταστρέψαμε;»

«Μπορεί να άφησα κατά λάθος  μερικά κλουβιά ανοιχτά φεύγοντας» του απάντησε η Μελωδία πριν αρχίσει να σφυρίζει έναν γλυκό σκοπό.

Η συνέχεια με το 6ο μέρος εδώ!

Σου άρεσε;

Διάλεξε τα αστέρια που επιθυμείς!

Μέσος όρος 5 / 5. Σύνολο ψήφων: 4

Δεν υπάρχουν ψήφοι! Γίνε ο πρώτος που θα βάλει αστεράκια.

Μαριάννα Μακαριάν

Η Μαριάννα Μακαριάν ζει στον Πειραιά. Ασχολείται με τη συγγραφή από την εφηβεία της. Ξεκίνησε με μικρά στιχάκια στο γυμνάσιο και σιγά – σιγά άρχισε να γράφει μεγαλύτερα κείμενα. Πλέον γράφει το δικό της μυθιστόρημα, εφηβική λογοτεχνία του φανταστικού, όπως κι ένα κείμενό της, της ίδια κατηγορίας, έχει εκδοθεί σε ανθολογία από τις εκδόσεις Συμπαντικές Διαδρομές.
Έχει σπουδάσει παιδαγωγικά σε ΙΕΚ και μέσα από τη σχολή ανακάλυψε πως μπορεί να γράφει και παραμύθια. Έχει στήριξη κι αυτό είναι που την βοηθά να συνεχίσει, από τους δασκάλους στη σχολή μέχρι τον οικογενειακό και φιλικό της περίγυρο. Αυτοί οι άνθρωποι είναι ο λόγος που πίστεψε πως μπορεί να το κάνει κι έτσι συνεχίζει.