ΓΡΑΦΕΙΝ

Βαρύς γλυκός

Γύρω στα εβδομήντα την υπολόγιζα την κυρά Ευτέρπη, ήταν γεννημένη στη Μυτιλήνη και ανύπανδρη, έτσι μας συστήθηκε. Είχε μείνει πίσω στο νησί να νοιαστεί τους γονείς, να τους γηροκομήσει, αφού οικογένεια δεν έκανε. Τα αδέλφια της, μια αδελφή μεγαλύτερη και ένας αδελφός βρήκαν την τύχη τους στην Αθήνα, παντρεύτηκαν, απέκτησαν παιδιά. Η κυρά Ευτέρπη το ΄ξερε πως την έλεγαν  «γεροντοκόρη» και ψιθύριζαν πως  « έμεινε στο ράφι» πίσω από τις μανταλωμένες πόρτες στο νησί της. Τα είχε συνηθίσει τόσα χρόνια αυτά τα σχόλια και δεν τα παρεξηγούσε. Όταν έφυγαν οι γονείς από τη ζωή, της μήνυσε η μεγάλη αδελφή να έρθει εδώ στην Πρωτεύουσα, τέσσερα παιδιά είχε αποκτήσει  και ήθελε βοήθεια. Αποχαιρέτισε το σπιτάκι τους με τη βουκαμβίλια στο αριστερό παράθυρο, έβαλε το κλειδί στην τσάντα, πήρε τη βαλίτσα της και τράβηξε στο λιμάνι να πάρει το πλοίο της γραμμής.

Πέρασαν τα χρόνια, μεγάλωσε τα ανίψια της και τώρα που ήρθαν τα  γεράματα σαν να παραδόθηκε, έπιασε το ντιβάνι και δεν το άφηνε. «Κατάθλιψη» έκανε τη διάγνωση η γιατρός, «είναι σαν να παραιτήθηκε ξαφνικά », απάντησε η αδελφή της. Μετά προστέθηκε η πίεση και το ζάχαρο. Έγινε για εκείνη γιατρός, νοσοκόμα και στήριγμα, όχι μόνο για να βγάλει την υποχρέωση για τη βοήθεια που της είχε προσφέρει  τόσα  χρόνια αλλά και για την αγάπη που της είχε. Ένας μοναχικός άνθρωπος υπήρξε η Ευτέρπη σε όλη της τη ζωή, δεν ένιωσε τη γλύκα του έρωτα και το χάδι της αγάπης  και τώρα η αδελφή της είχε την έννοια της περισσότερο από ποτέ. Και τι δεν έκανε για να την φέρει πίσω στην καθημερινότητα. Όχι ότι ήταν και ιδιαίτερα κοκέτα από τα νιάτα της, αλλά τώρα δεν μπορούσε να τη βλέπει με το μουστάκι  και το μαλλί να ασπρίζει. Δεν ήθελε να λέει η γειτονιά ότι είχε παρατήσει την αδελφή της τώρα που δεν είχε την ανάγκη της.

Πήραν σειρά όλα τα κομμωτήρια της γειτονιάς, μπροστά η αδελφή πίσω η κυρά Ευτέρπη, αλλά το ένα της βρωμούσε και το άλλο της ξίνιζε. Μόλις μπήκαν στο κομμωτήριο του Γιάννη και είπε «καλώς τα κορίτσια» και «μόνο να μου πείτε πώς πίνετε τον καφέ σας και τα άλλα τα βρίσκουμε» ένιωσε μία οικειότητα η Ευτέρπη κι έτσι αποφάσισε να μείνει, με τον όρο ότι η αδελφή της θα έφευγε και θα ερχόταν να την πάρει όταν τελείωνε.

Δούλευα βοηθός στο κομμωτήριο  και κάθε φορά που τη ρωτούσα  «τι να σας προσφέρουμε κυρά Ευτέρπη» απαντούσε λιγωμένα, έναν ελληνικό βαρύ γλυκό, λες και ήθελε να βγάλει τα σπασμένα από ό,τι της είχε λείψει περισσότερο στη ζωή της.

Είχε πολλά σεκλέτια ο Γιάννης και δεν ανοιγόταν, αλλά εκείνη την εμπιστεύτηκε και της τα είπε όλα με το νι και με το σίγμα. Για τον  έρωτά του για τη Μάρθα, για το γάμο τους, για τα δύο τους παιδιά και τέλος για την προδοσία της να φύγει με έναν ψηλό, μουστακαλή  και να τον παρατήσει  μόνο με τα παιδιά τους. Κι όλο ξεφυσούσε ο Γιάννης κι όλο αναστέναζε η κυρά Ευτέρπη. Και να το δάκρυ κορόμηλο πάνω στη βαφή και από ακαζού της βγήκε ξανθό αυτό το μήνα αλλά δεν την ένοιαξε.

Κι ένα πρωί που ήρθε για κούρεμα, του εξομολογήθηκε κι εκείνη για πρώτη φόρα και τη δική της ιστορία αγάπης. Ήταν στα δεκαοχτώ όταν γνώρισε τον προκομμένο, παντρεμένος με δύο παιδιά, της υποσχέθηκε λαγούς με πετραχήλια για να την κατακτήσει. Τον αγάπησε, τα λόγια του σαν υποβρύχιο μαστίχα κολλούσαν πάνω της και την κόλαζαν. Αλλά στάθηκε βράχος, δεν ήθελε να είναι το τρίτο πρόσωπο, δεν ήθελε να χωρίσει την οικογένεια και τραβήχτηκε από το ζευγάρι, από το μοναδικό  άντρα που ερωτεύτηκε, που πόθησε. Έμεινε, όπως έλεγαν, γεροντοκόρη σε όλη της τη ζωή για να μην πατήσει την εντολή «Ου μοιχεύσεις» και τι ψυχή θα παρέδιδε.

Αυτά του εκμυστηρεύτηκε εκείνο το πρωί η κυρά Ευτέρπη, ήσυχη ότι δεν είχε φέρει καμία γυναίκα σε αυτή τη θέση που ήταν τώρα ο Γιάννης. Τα είπε και ξαλάφρωσε, όχι μόνο ψυχικά αλλά και σωματικά, αφού το αφεντικό μου καθώς άκουγε την ιστορία της απορροφημένος και συγκινημένος, ξεθάρρεψε με το ψαλίδι και της τα πήρε λίγο παραπάνω αυτή τη φορά. Αλλά δεν την ένοιαξε, του είπε πίνοντας την τελευταία γουλιά από το βαρύ γλυκό που της είχα φτιάξει.

Σου άρεσε;

Διάλεξε τα αστέρια που επιθυμείς!

Μέσος όρος 4.7 / 5. Σύνολο ψήφων: 18

Δεν υπάρχουν ψήφοι! Γίνε ο πρώτος που θα βάλει αστεράκια.

Χριστίνα Μιχαηλίδου

Η Μιχαηλίδου Χριστίνα γεννήθηκε και μεγάλωσε σε ένα προάστιο του Πειραιά. Οι γονείς της από Καρδίτσα και Πόντο. Ένα ετερόκλητο κράμα πολιτισμών με σημαντικές μνήμες. Σπούδασε Διοίκηση Επιχειρήσεων στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, με μεταπτυχιακό στο ίδιο αντικείμενο. Εργάσθηκε πολλά χρόνια ως καθηγήτρια σε δημόσια και ιδιωτικά ΙΕΚ. Επίσης σε τμήματα Λογιστηρίου, Μάρκετινγκ και Ανθρωπίνου Δυναμικού. Από μικρό παιδί αγαπούσε το διάβασμα και τη λογοτεχνία. Η γραφή ήταν πάντα γι' αυτήν ένα θεραπευτικό ταξίδι ψυχής.
Γράφει ποιήματα, διηγήματα και το πρώτο της παραμύθι είναι προς έκδοση. Όνειρό της είναι να καταφέρει μέσα από τα κείμενα της να ταξιδέψουν και άλλοι άνθρωποι μαζί της.