Στο μισόφωτο. Πολύ το έρεβος της νυχτός και απ’ το κλιμακοστάσιο λιγοστό το φως. Ήταν το τελευταίο βράδυ που την είδαμε στην πολυκατοικία μας.
Με ‘να χαμόγελο, καμωμένο με λίγο φόβο και λίγο θάρρος, απ’ άκρη – σ’ άκρη του προσώπου. Με ‘να «γεια σας» κουβαλώντας την αμφίβολη γνώση της Αντιγόνης μα και την βέβαιη πίστη της κρινοχαριτωμένης Μαρίας. Αναμφίβολα, στη σπινθοβολιστή θωριά της όλη η αδημονία του παιδιού για το παιχνίδι κάτω απ’ το δεντρί.
Η νευρικότητα τ’ αθλητή στην εκκίνηση κι η ορμή του προλετάριου εργάτη. Μα να που στο ανάερο της χέρι, δεν βαστά μήτε δρεπάνι μήτε σφυρί. Όχι ανοικτό, γυμνωμένο, εκτεθειμένο σ’ ό,τι φέρει η στιγμή. Τώρα. Τώρα το ταξίδι, οι εξετάσεις στη Σαλονίκη «πάντα μάνα στον πόνο και στη χαρά αδελφή τούτη η πόλη» – τώρα θα μάθαινε τι σόι ήταν το κουβαράκι στην αμασχάλη. Τώρα θα μάθαινε, πόσο αίμα και ψυχή φωλιάζουν σε τούτο το κορμί. Τώρα, μονομιάς, σμίξανε τ’ αυριανά με τα χτεσινά.
Δεν ξανάδαμε από ‘κείνο το βράδυ. Μα δυο χρόνια αργότερα, σαν χθες ένα πράμα, στην ανακαίνιση του συγκροτήματος είδαμε την Αλεξάνδρα της. Ήταν πάντα ένα γενναίο παιδί και πια ένα θαρραλέο κορίτσι. Κορίτσι. Πάντα κορίτσι. Πότε γυναίκα. Ίσως γιατί δεν δοκίμασε την ηδονή της οδύνης. Μα πώς σαν βαστάς το σπίτι για άλλες δύο παιδούλες, δέκα χρόνια τώρα. Πώς αλλιώς;
Κι αν ποτές, μάθει το κορμί στο χάδι, πώς στα αλήθεια η καρδιά να αφεθεί στο φιλί αν δεν ανακαλύψει το θεϊκό και τ’ ανθρώπινο στην αγάπη;






