ΓΡΑΦΕΙΝ

Ο διάσημος κουραμπιές

Όλα άρχισαν τη μέρα που έκλεισαν τα σχολεία για τα Χριστούγεννα. Άκουγες παιδιά από εδώ και από εκεί να τρέχουν στις μαμάδες τους για προφανείς λόγους, δηλαδή για να δώσουν τη λίστα των δώρων που θέλουν για τα Χριστούγεννα. Εγώ φρεσκοβαμμένος και φρεσκοπλαμένος στην τζαμαρία περιμένω κάποιος να με λιγουρευτεί και να με φάει. Έφτασε η κατάμαυρη νύχτα. Κανένας δεν μου έριξε ούτε μια κλεφτή ματιά.

– Κουραμπιέ, τρέχα γρήγορα στο γραφείο μου. Θέλω να σου μιλήσω
– Μάλιστα, αφεντικό.

Ήταν το αφεντικό μου. Δεν ακουγόταν τόσο ήρεμος. Τότε αγχώθηκα. Λέω στον εαυτό μου:

– Αν με διώξει , αν με απολύσει, τι θα κάνω θεέ μου;

Ξανακούγεται μια βροντερή φωνή από το γραφείο του

– ΚΟΥΡΑΜΠΙΕ ΕΛΑ ΓΡΉΓΟΡΑ ΕΔΩ ΓΙΑΤΙ ΑΛΛΙΩΣ ΤΕΛΕΙΩΣΕΣ
– Γιατί με φωνάξατε, αφεντικό;
– Τώρα τελευταία κανείς δεν κοιτάζει τις πεντακάθαρες βιτρίνες μας.
– Και εγώ τι να κάνω, ας πούμε;
– ΒΓΑΛΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΗ ΑΧΝΗ
– Μα, αφεντικό ότι μπορώ κάνω, και αν είναι έτσι, γιατί δεν βάζεις το μελομακάρονο στη θέση μου να τελειώνουμε;
– Μη μου αντιμιλάς γιατί θα σε βρουν φαγωμένο από έναν σκύλο.

Πήγα στο κουτί μου με κατεβασμένο κεφάλι και μ’ έναν πονοκέφαλο ως την κάτασπρη κάρδια μου. Και εκεί είδα το πολυφημισμένο μελομακάρονο με πολλή τσαχπινιά και χαρά

– Εσύ πώς γίνεται να σε διαλέγουν όλοι; Γιατί όχι εμένα;
– Εγώ έχω πολλές επιλογές για να με στολίσουν, εσύ είσαι απλά ένα κινούμενο άσπρο γλυκό χωρίς παρεξήγηση.
– Μμμ… κρυάδες.
– Καλά, εσύ μόνο αυτό ξέρεις να λες; Έμαθες τα νέα;
– Όχι, γιατί τι έγινε; Με τρομάζεις
– Το αφεντικό θα πάει στην Αμερική.

Μα καλά, τι να κάνει εκεί αναρωτήθηκα, τι να πάει να κάνει εκεί, ούτε φίλους έχει ούτε οικογένεια διότι η γυναίκα του πέθανε από αρρώστια πριν πολλά χρόνια. Από το πουθενά άκουσα ένα έντονο μουρμουρητό. Κοίταξα  λίγο πάνω και κλασικά τα στολίδια ήταν. Μόνο αυτά κουτσομπολεύουν ό,τι κινείται. Όλο και κάτι θα ξέρουν γι’ αυτό που μου είπε το μελομακάρονο. Α, ξέχασα να σας πω ότι είναι τα πιο ξινά στολίδια που έχω δει.

– Ε, εσύ με το έντονο κόκκινο, είναι αλήθεια ότι θα φύγει το αφεντικό;
– Παιδιά, νομίζω αυτό το άσπρο πράγμα μιλάει.
– Εμ, Κλάρα νομίζω αυτό το άσπρο πράγμα είναι ο κουραμπιές.
– Ε, καλά, ποιος άλλος θα ήταν; Μόνο αυτός είναι τόσο σπαστικός.
– Ναι ρε, εγώ είμαι. Σε ρώτησα και θέλω απάντηση τώρα!

Τότε πήρα ένα σοβαρό ύφος και μέσα μου ήθελα να τις σπάσω ή ακόμα και να τις βάψω σαν το σκισμένο ρούχο της κυρίας Τζέινσον η οποία ήταν η καθαρίστρια του μαγαζιού.

– Ναι, κουραμπιέ, είναι αλήθεια. Θα πάει να σας παρουσιάσει στη μεγαλύτερη σκηνή του κόσμου.
– Τι!!! Δηλαδή θα είμαι και εγώ στα αστέρια του Χόλυγουντ;
– Όχι, χαζέ, απλά θα σας κάνει μια μικρή επίδειξη για να παρουσιάσει τα παραδοσιακά γλυκά της Ελλάδας.

Εκείνη τη στιγμή ήμουν έτοιμος να ξεροψηθώ από την χαρά μου. Τελικά είχε δίκιο ο χαμένος. Την επόμενη μέρα φεύγαμε για Αμερική και που λέτε εκεί που είμαστε έτοιμοι να φύγουμε κοιτώ δεξιά αριστερά, νιώθω ότι κάτι λείπει, και να που είχα δίκιο.

– Μάγκες, κάποιος λείπει.
– Μη λες βλακείες. Σας μέτρησα όλους, είναι αδύνατον.
– Βρε, κάποιος λείπει.
– Κουραμπιέ, σκάσε, γιατί θα σε πετάξω από το παράθυρο.
– Όχου, καλά σκάω.

Έμεινα μουγκός σε όλη τη διαδρομή, ώσπου προσγειωθήκαμε. Το αφεντικό βιαζόταν γιατί σε μια ώρα ήταν η παρουσίαση. Τρέχουμε λοιπόν με τα χίλια να βρούμε ταξί να μας πάει, αλλά ευτυχώς βρήκαμε την ξαδέρφη της μητέρας του που δούλευε σε ταξί εδώ και χρόνια και μας πήγε μετά χαράς μέχρι τη Νέα Υόρκη που μας περίμεναν με κόκκινο χαλί, με μεγάλα αυτοκίνητα που μέσα είχαν μοντέλα. Τότε είπα στο αφεντικό:

– Αφεντικό, ευκαιρία είναι, πιάσε καμία και βρες και σε μας καμία ομορφούλα για δώρο Χριστουγέννων.
– Α, ρε μικρέ, θες και γκόμενα;

Είχα καιρό να δω το αφεντικό να γελάσει και να περνάει καλά. Εκεί που ήμουν έτοιμος να μπω μέσα, βλέπω τη μεγαλύτερη σταρ όλων των φαγητών, τη γνωστή σε όλους Γαλοπούλοβιτς. Ήταν γνωστή για πολλά τραπέζια και πολλές χαρές που έχει δώσει σε όλο τον κόσμο. Ήρθε προς το μέρος μου και άσπρισα από τη χαρά μου γιατί μου έδωσε το τηλέφωνό της και με κάλεσε στο σπίτι της. Πίστευα ότι ήταν το καλύτερο πράγμα που μου έχει συμβεί αλλά έκανα λάθος. Και που λέτε ο απουσιολόγος άρχισε να ξαναμετράει αλλά κάποιος έλειπε. Τότε του είπα ειρωνικά:

– Α, μπα, τι έγινε, μήπως είχα δίκιο;
– Σκάσε, κουραμπιέ !!! Αυτό είναι σοβαρό.
– Λοιπόν μετράμε ξανά…..
– Αμάν παιδιά, λείπει το μελομακάρονο!

Εκείνη τη στιγμή έγινα  χρυσός από τη χαρά μου γιατί το αφεντικό θα έπρεπε να διαλέξει κάποιον άλλον για να βάλει στην κορυφή. Πιστεύω θα διάλεγε εμένα διότι τώρα τελευταία τα πάμε καλά με το αφεντικό και όσο να λες είχα κάποιες πιθανότητες να γίνω εγώ το αστέρι της παρουσίασης. Τότε άρχισε να φωνάζει στον απουσιολόγο:

– ΚΑΛΑ ΡΕ ΑΝΙΚΑΝΕ ΜΙΑ ΔΟΥΛΕΙΑ ΣΕ ΕΒΑΛΑ ΝΑ ΚΑΝΕΙΣ ΟΥΤΕ ΑΥΤΟ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙΣ ΤΙ ΘΑ ΚΑΝΩ ΤΩΡΑ ΜΟΥ ΛΕΣ;;;;;;
– Συγγνώμη αφεντικό, ξέρω έκανα βλακεία αλλά τώρα σημασία έχει να βρούμε ποιος θα το αντικαταστήσει.
– Έχεις δίκιο.

Το αφεντικό έτοιμο να σκάσει από τους καπνούς που ξεπετούσαν από εδώ και από εκεί. Πετάχτηκα και είπα:

– Άστο πάνω μου. Μπορείς να με εμπιστευτείς για μια φορά σε παρακαλώ;
– Βρε αγόρι μου, εσύ δεν μπορείς να αρθρώσεις λέξη, πώς θα τα καταφέρεις;
– Αφεντικό, ξέρω δεν είχαμε τόσο καλές σχέσεις, αλλά αυτή τη φορά να με εμπιστευτείς.

Τότε αναστέναξε γιατί κανείς άλλος δεν είχε τα δικά μου κότσια να το κάνει και δέχτηκε να με επιλέξει για την κορυφή. Κανείς όμως δεν είχε και την ίδια άποψη με το αφεντικό, όλοι έλεγαν να με κατεβάσει, θα γίνουμε ρεζίλι, το αφεντικό όμως τους έγραψε στα παλιά του τα παπούτσια.

– Λοιπόν, μικρέ, ήρθε η ώρα σου να τους αποδείξεις τι αξίζεις. Πήγαινε, ετοιμάσου, βάλε ό,τι καλύτερο έχεις και γίνε το καλύτερο γλυκό του κόσμου.
– Δεν θα σας απογοητεύσω, κύριε, και αυτό που κάνατε σήμερα θα το θυμάμαι για όλη μου τη ζωή.

Ήρθε η ώρα λοιπόν, αυτή τη στιγμή την ονειρευόμουν από τόσο δα ζυμαράκι, μου το έλεγε η μαμά μου από μικρό πριν πεθάνει ότι μια μέρα θα την κάνω τόσο περήφανη που θα με κοιτάει από πάνω και θα γιορτάζει με τους συγγενείς μου.

– Κυρίες και κύριοι, σας καλέσαμε όλους εδώ για να σας παρουσιάσουμε τα γλυκά από όλο τον κόσμο. Η παρουσίαση ξεκινάμ με πρώτη χώρα την Ελλάδα.
– Σας ευχαριστώ που ήρθατε όλοι σήμερα να δείτε τι ετοιμάσαμε, αλλά πιστέψτε με και εσείς που βλέπετε απ’ την τηλεόρασή σας ότι θα χαρείτε και θα ξετρελαθείτε με αυτά που ετοιμάσαμε. Ελπίζω να το χαρείτε όπως εμείς και καλή διασκέδαση!

Με το που το άκουσα αγχώθηκα διότι δεν το είχα ξανακάνει. Εκατοντάδες άνθρωποι και γλυκά από όλο τον κόσμο ήρθαν για να δουν αυτή την παρουσίαση και δεν ήθελα να τα θαλασσώσω. Με το που τελειώνουν όλα τα γλυκά, ακούω το όνομά μου. Άρχισα να περπατώ στην πασαρέλα με την ολόχρυσή μου άχνη ζάχαρη. Οι κριτές είχαν ξετρελαθεί με το ντύσιμό μου. Με το που τέλειωσαν όλες οι χώρες, απ’ όλες τις ηπείρους, άρχισαν να ψηφίζουν το καλύτερο γλυκό. Στην πρώτη θέση ήμουν εγώ με ένα γλυκό από την Ιαπωνία και τότε θυμήθηκα τα λόγια της μαμάς μου και τότε είπε ο παρουσιαστής:

– Συγγνώμη για την καθυστέρηση αλλά υπήρχε ακόμα μια ψήφος, άρα βρήκαμε τον φετινό νικητή της διοργάνωσης. Και ο νικητή είναι ο………

Σταυροκοπιέμαι και λέω από μέσα μου:

– Πες το, πες το, πες το!
– Ο……. ΚΟΥΡΑΜΠΙΕΕΕΕΕΣ

Με το που το άκουσα, έπαθα τρία εγκεφαλικά και τέσσερις καρδιές. Εκατοντάδες άτομα φώναζαν το όνομά μου, έπεφταν κομφετί από εδώ και από εκεί, και μπουρμπουλήθρες, πολλές μπουρμπουλήθρες.  Όλοι γιόρταζαν τη νίκη μου. Τότε το αφεντικό ήρθε προς το μέρος μου και είπε:

– Μπράβο, αγόρι μου! Ποιος θα περίμενε ότι ένας κουραμπιές θα γινόταν το γλυκό της χρονιάς;
– Εμ, αφεντικό, εγώ σε είπα πως δεν θα σε απογοητεύσω και αυτό να σας γίνει μάθημα. Κανένα γλυκό δεν πρέπει να το υποτιμάμε, όσο διαφορετικό και να είναι.

Βγαίνω με το βραβείο μου στην σκηνή.  Έβλεπα φώτα πάνω μου σαν να ήταν ο ήλιος δίπλα μου και άκουγα φωνές, πολλές φωνές!

– Κύριε κουραμπιέ, μήπως θες να αφιερώσεις το βραβείο σου κάπου η να κάνεις κάποιες δηλώσεις;
– Ναι!!!
– Θα ήθελα να το αφιερώσω σε όλον τον κόσμο που ήρθε εδώ από τις πιο μακρινές χώρες, επίσης θα ήθελα το αφιερώσω στα άτομα που δεν με πίστευαν και με έκαναν πιο δυνατό, έτσι ώστε να μην το βάλω κάτω και να το βάλω στόχο, τέλος θα ήθελα να το αφιερώσω στην μανούλα που με βλέπει από εκεί πάνω και κλαίει από την περηφάνια της.
– Σας ευχαριστούμε κύριε κουραμπιέ, σας ευχόμαστε τα καλύτερα, και καλή συνέχεια.
– Σας ευχαριστώ πολύ!

Με το που γυρίσαμε στην Ελλάδα, όλος ο κόσμος στο αεροδρόμιο φώναζε το όνομά μου και όλοι άρχισαν να τρώνε κουραμπιέδες και ο κουραμπιές έγινε το πιο διάσημο γλυκό σε όλο τον κόσμο. Ήρθε το τέλος μου λοιπόν, αν και άξιζα δισεκατομμύρια, ήρθε ο Elon Musk και έδωσε τρία δις στο αφεντικό για να με φάει. Το αφεντικό, αν και το σκέφτηκε πολύ, δέχτηκε αλλά πριν με φάει ήθελε να μου μιλήσει:

– Αγόρι μου, με έκανες τόσο περήφανο για εσένα. Σε ευχαριστώ για όλα. Καλό ταξίδι λοιπόν! Ελπίζω να ξαναβρεθούμε κάποια στιγμή.

Κλαίγοντας του απάντησα:

– Κι εγώ αφεντικό είμαι τόσο χαρούμενος που με εμπιστεύτηκες και ήσουν το καλύτερο αφεντικό που θα μπορούσα να έχω, αν και δεν πρόλαβα να σας χαρώ πολύ. Ήρθε η ώρα να πούμε αντίο και να χωρίσουν οι δρόμοι μας.

Λοιπόν φίλε αναγνώστη, η ιστορία μου τέλειωσε εδώ, και όσο για τον κουραμπιέ μην ανησυχείς. Μετά από λίγο καιρό ο φούρναρης πήρε την ψυχή του κουραμπιέ και την έπλασε ξανά και το αφεντικό τον είχε όλη μέρα στο γραφείο του και περνούσαν όλο τον χρόνο τους μαζί, με πολλά λεφτά, μοντέλα και ακριβά αμάξια . Το νόημα της ιστορίας μου όμως ήταν να δεις πως και ο πιο ασήμαντος κουραμπιές έγινε το πιο διάσημο γλυκό γιατί δεν τα έβαλε κάτω, είπε θα το κάνει και το έκανε!

Σου άρεσε;

Διάλεξε τα αστέρια που επιθυμείς!

Μέσος όρος 4.9 / 5. Σύνολο ψήφων: 9

Δεν υπάρχουν ψήφοι! Γίνε ο πρώτος που θα βάλει αστεράκια.

Αντώνης Σαρηκυριακίδης

Μέλος της μαθητικής συγγραφικής ομάδας Teenγραφείς