Η ξεχασμένη στον κήπο κούπα γέμισε με νερό της βροχής.
Ολόκληρο χειμώνα έμεινε στον κήπο, περιμένοντας μάταια τον ηλικιωμένο άνδρα που έπινε καθημερινά τον καφέ του.
Αναρωτιόταν τι απέγινε αυτός που καθημερινά την έπαιρνε με λαχτάρα στα χέρια του, την πλησίαζε στα χείλη του και της έδινε αμέτρητα φιλιά.
Η μορφή μιας γυναίκας ήταν αποτυπωμένη επάνω της καθώς και το όνομά της, Νάντια.
Αυτήν την παραγγελία έδωσε ο ηλικιωμένος άνδρας στον κεραμοποιό που την έπλασε με μεγάλη επιμέλεια στον τροχό του, πριν πολλά χρόνια και τη χάρισε στη Νάντια.
Τη Νάντια, τη γυναίκα που αγάπησε με πάθος και τα τελευταία χρόνια την είχε χάσει. Τη Νάντια που του χάρισε δύο παιδιά που ζούσαν πια στο εξωτερικό.
Η βροχή ήταν δυνατή. Το νερό τη χτυπούσε με μανία, έμπαινε μέσα της με δύναμη και κατόπιν ξεχείλιζε.
Έπεσε με δύναμη κάτω και έγινε κομμάτια.
Δεν έμεινε τίποτα που να θυμίζει τη Νάντια
Πλέον δεν είχε απομείνει τίποτα!






