Όταν δολοφονούνται ποιητές οι καιροί έχουν σκοτεινιάσει πολύ
Η σελήνη μαζεύει τα νεκρά παιδιά στην υπόλευκη ποδιά της
Κι ο ήλιος, τα μπροστά στα μάτια τους ορφανεμένα, να τα ζεστάνει
Κι όλα αυτά τα παιδιά δίχως να τους το είπε κανείς
όπως ήξεραν στο χαμόγελο να χαμογελούν
ενώνουν τα μικρά τους δάχτυλα και κάνουν μια αλυσίδα.
Κυκλώνουν τη γη και τον ουρανό – να μην χωριστούνε…
Κι ο ήλιος κρύβει τις ακτίνες του να μη τα κάψει
Κι η σελήνη μαζεύεται στο σκότος μη τα τυφλώσει
Κι ουρανός αμετανόητος τραβάει να φύγει
Και η γη αμετανόητη στριφογυρίζει
Και τα παιδιά, νεκρά κι ορφανεμένα, κρατάνε.
Κρατάνε τα παγωμένα χέρια τους, γερά, το ένα με το άλλο.
Κι ο ποιητής που τα έβλεπε, τα άκουγε, τα ένιωθε… σήμερα δολοφονήθηκε.
Και τα παιδιά αφήσανε τη γη και τον ουρανό στο έλεός του.
Πήγαν να θρηνήσουνε τον ποιητή, που δολοφονήθηκε
επειδή τα έβλεπε, τα άκουγε, τα ένιωθε…
Κι ο ήλιος πήγε μαζί τους να κλάψει. Κι η σελήνη μαζί τους κι αυτή.
Και εχάθη το φως… όπως ακριβώς εγένετο.






