Γεννήθηκες σε ένα σπίτι ομιχλώδες, που μύριζε θειάφι.
Στοιχειωμένο από μορφές προγονικές και τραγωδίες του χθες.
Ο αέρας σφύριζε μανιασμένα:
«Φύγε, εδώ δεν ζει κανείς».
Οι αχτίδες κρύβονταν στις πιο σκοτεινές σου γωνιές.
Το σκοτάδι ολοένα και επεκτεινόταν, με παραληρηματικές κραυγές.
Το συνήθισες και σε συνήθισε κι αυτό.
Τα πρώτα σου βήματα, πάνω σε σπασμένα όνειρα, γέμισαν πληγές τα μικρά σου πέλματα.
Τα πλακάκια της κουζίνας σας, γεμάτα αιμάτινες παιδικές πατημασιές.
«Όλες δικές μου;» σκεφτόσουν.
«Όχι. Όχι όλες», ψιθύριζαν οι πέτρινες μέρες.
Η νύχτα έκλεινε τα μάτια, μη γίνει μάρτυρας και ένορκος.
Η λήθη έκλεινε τα δικά σου με κόπο, αλλά μάταια.
Τα μάτια σου, μαύρα, ορθάνοιχτα από τρόμο μπροστά στην ντουλάπα των παιδικών σου φόβων.
Το τέρας σου παραμονεύει ακόμα στο σκοτάδι.
Πέρασαν στιγμές, αιώνιες στην παιδική σου σκέψη.
Μεγάλωσες με μια θηλιά στα μάτια που ολοένα και κατέβαινε.
Ο λαβύρινθος μεγάλωσε και η Αριάδνη ξέχασε την αρχή του μίτου της.
«Μα πού είναι η έξοδος;» ρωτούσε τον Μινώταυρο, που γουργούριζε στα γέρικα πόδια της.
Το κρύο φώλιασε στο σπίτι σας.
Τα χείλη σου ξεθώριασαν από την αναμονή.
Πύρινα δάκρυα έκαψαν το ξύλινο πάτωμά σου.
Το γιατί μεγάλωσε και σου έκλεισε τον δρόμο.
«Κόψτε της τα φτερά»,
φωνάζουν οι θεοί.
Ο ουρανός αποκλείστηκε.
Τα πόδια σου κουράστηκαν και τρέχουν να ξεφύγουν.
«Μην ακονίζεις τις πέτρες»,
ακούστηκε η ηχώ τους από το βάθος της παιδικής σου κάμαρας.
Τα μάτια σου μίκρυναν· μια μικρή σχισμή που σου αμβλύνει την όραση.
Το έξω χάθηκε κι εκείνα ταξιδεύουν στο σκοτάδι του μέσα, με ένα χάρτινο καραβάκι ελπίδας.
Η Σειρήνα σου έκλεισε τα αυτιά με συμπαγή πόνο.
«Πύρινες αλήθειες».
Το στάσιμο ταξίδι σου εξουθένωσε τη σκέψη.
Η Ιθάκη, μίλια μακριά από το σπίτι, παρασυρμένη από χρόνια καταιγίδων.
Και βρίσκεσαι αιώνες καθηλωμένη στο παιδικό σου κρεβάτι.
Εκείνο με την άσπρη πλεχτή κουβέρτα της γιαγιάς.
Η παλιά σου κούκλα σε κοιτά από τη βιβλιοθήκη με μάτια χάντρινα.
Τα μαλλιά της άσπρισαν και ρωγμές της χάραξαν το πρόσωπο.
«Γερνάμε», ψιθύρισε με τη ραγισμένη της ματαιοδοξία.
Τα κόκκινα χείλη της —άχρωμα πια—, σπασμένα γυαλιά που πατά αδιάφορα η μέρα.
«Ο χρόνος έφυγε από κοντά μας».
Και το δωμάτιο γέμισε μαύρα πουλιά.
«Θέλουν να καλύψουν το κενό μου», σκέφτηκες.
Μια μικρή στιγμή γεννήθηκε δίπλα σου.
«Όχι, όχι εδώ»,
φώναξες με αγωνία.
«Θα παγώσεις, έχει κρύο».






