ΓΡΑΦΕΙΝ

Στο Ναό του Ουρανού

Ξύπνησα μετά από πολλές ώρες αφότου έφτασα στο ξενοδοχείο. Το ταξίδι ήταν μεγάλο και η διαφορά ώρας θόλωνε το κεφάλι μου. Ανυπομονούσα όμως να βγω έξω. Να παρατηρήσω. Να πάρω ιδέες. Να δω τι μπορώ να κάνω στη ζωή μου.

Έξω από το παράθυρο έμοιαζε να έχει μια πορτοκαλί συννεφιά. Ήταν μέρα, αλλά ο ήλιος είχε μάλλον ρεπό. Βγήκα από το ξενοδοχείο με ελαφρύ τρεχαλητό, σαν να βιαζόμουν να προλάβω μοναδικά επιχειρηματικά σχέδια. Είμαι επιτέλους στο Πεκίνο. Κι εδώ θα βρω μια διέξοδο για το μέλλον μου στην Ελλάδα. Το νιώθω.

Το θαμπό πρωινό φως έπεφτε πάνω από την περιοχή Chaoyang. Γύρω μου ορθώνονταν θηριώδεις ουρανοξύστες από γυαλί. Δρόμοι με οχτώ λωρίδες γεμάτοι τεράστια αυτοκίνητα. Μεταλλικά θηρία που έτρεχαν να προλάβουν ποιο θα περάσει πρώτο. Δίπλα τους, πολύχρωμα αυτόματα μηχανάκια, σαν σμήνος από έντομα. Δεν έκαναν θόρυβο, αλλά έμοιαζαν έτοιμα να σε κατασπαράξουν. Πεζοί με το βλέμμα καρφωμένο σε οθόνες. Μια hyper-tech πραγματικότητα, που σε ενέπνεε, αλλά ταυτόχρονα σε έπνιγε.

Μπήκα σε ένα καφέ. Χρειαζόμουν ενέργεια για να περπατήσω στους αχανείς δρόμους και να συνειδητοποιήσω τον διαφορετικό κόσμο που έβλεπα γύρω μου. Μου φαινόταν οικείος, αλλά ταυτόχρονα ξένος. Δεν δέχονταν μετρητά ούτε κάρτες. Μου είπαν για μια δική τους εφαρμογή. Τελικά μου κέρασαν τον καφέ.

Ένιωθα σαν να είμαι βιδωμένος στο κέντρο ενός εργοστασίου. Τα πάντα γύρω μου λειτουργούσαν γρήγορα και ασταμάτητα, σαν μηχανές. Χωρίς αντιδράσεις, χωρίς φωνές, χωρίς έκφραση. Και νόμιζα πως εμείς ήμασταν δουλευταράδες.

Γύρισα στο ξενοδοχείο για να με βοηθήσουν με την εφαρμογή. Αλλιώς δεν θα επιβίωνα εύκολα. Σε πέντε λεπτά ήταν έτοιμη. Και με αυτή μπορούσα να πληρώσω, να καλέσω ταξί, να παραγγείλω. Όλη η καθημερινή τριβή στα χέρια μου. Αυτή ήταν ιδέα! Όμως θα δούλευε στην Ελλάδα; Θα δέχονταν όλα τα μαγαζιά να πληρώνονται ηλεκτρονικά μόνο; Θα δέχονταν οι πολίτες να βάλουν όλα τα στοιχεία τους σε μια εφαρμογή που κατέγραφε τα πάντα;

Το επόμενο πρωί, αναζητώντας μια ανάσα παράδοσης και ηρεμίας, πέρασα τη μεγάλη πύλη του πάρκου του Ναού του Ουρανού. Η αλλαγή στην ατμόσφαιρα ήταν ακαριαία. Ο βρυχηθμός των αυτοκινήτων έσβησε, δίνοντας τη θέση του στο θρόισμα των αρχαίων κέδρων και κυπαρισσιών. Εδώ, ο χρόνος είχε άλλους κανόνες. Ηλικιωμένοι Κινέζοι έκαναν αργές, θεραπευτικές κινήσεις κάτω από τη σκιά των δέντρων. Μερικοί έπαιζαν κινέζικο ποδόσφαιρο με φτερό και άλλοι χόρευαν. Πρωινή γυμναστική στο πάρκο.

Πήρα ένα παγωτό από την καντίνα στην είσοδο και κάθισα σε ένα παγκάκι. Τους παρατηρούσα με τι πείσμα και όρεξη κουνούσαν το σώμα τους σε αυτή την ηλικία, όταν εγώ, που είμαι τριάντα-σαράντα χρόνια μικρότερος, έχω ενοχλήσεις στη μέση από τη μόνιμη σχέση μου με την καρέκλα του γραφείου. Δίπλα μου καθόταν ένας ηλικιωμένος ντόπιος με γαλήνιο βλέμμα. Κρατούσε ένα μικρό θερμός.

«Γεια σου. Από πού είσαι;» με ρώτησε στα αγγλικά και με κατανοητή προφορά. Εντυπωσιάστηκα. Οι περισσότεροι άνθρωποι που είχα συναντήσει μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν μιλούσαν καθόλου αγγλικά.

«Από την Ελλάδα.» απάντησα. Τα μάτια του χαμογέλασαν.

«Είναι η πρώτη σου φορά στην Κίνα;»

«Ναι. Και ήδη μου αρέσει πολύ. Η χώρα σας είναι ήδη στο μέλλον. Όλα κινούνται με απίστευτη ταχύτητα. Ρομπότ, τεχνολογία… Κοιτάζω γύρω μου και τρομάζω.»

Σταμάτησα για λίγο. Ένιωσα πως η απάντησή μου πέταξε από το στόμα μου χωρίς να περάσει μέσα από σκέψη. Σαν να αναδύθηκε από το στομάχι μου. Όμως υπήρχαν κι άλλες πεταλούδες που ήθελαν να ελευθερωθούν.

«Ψάχνω ιδέες για να κάνω μια δουλειά στην Ελλάδα και να βγάλω χρήματα.»

Ο άντρας με άκουσε προσεκτικά, χωρίς να με διακόψει. Ήπιε μια γουλιά τσάι. Έπειτα έδειξε τις κορυφές των δέντρων που λικνίζονταν απαλά.

«Κοιτάζεις τους ουρανοξύστες», μου είπε σιγανά, «αλλά ξεχνάς ότι η Κίνα έζησε χιλιάδες χρόνια χωρίς αυτούς.»

Ακούμπησε με σεβασμό το χέρι του στον ώμο μου.

«Ξέρεις μια παλιά παροιμία; Οι άνθρωποι πεθαίνουν για τον πλούτο, όπως τα πουλιά για το φαγητό».

Τον κοίταξα.

«Τι θέλεις να πεις; Ότι το κάθε πλάσμα έχει τον στόχο του;»

Χαμογέλασε.

«Ότι μπορεί να ξεχάσει να ζήσει όσο κυνηγάει αυτό που νομίζει ότι χρειάζεται».

Έμεινα σιωπηλός.

«Μπορεί», είπα τελικά. «Αλλά όταν είσαι στη δεκαετία των τριάντα, έχεις σπουδάσει και θέλεις να ζήσεις μια καλή ζωή, προσπαθείς να χτίσεις ένα ευοίωνο μέλλον. Να βρεις τις γόνιμες ιδέες που θα φέρουν επιτυχία».

Ο άντρας έκλεισε για λίγο τα μάτια.

«Ο Λάο Τσε», συνέχισε, «έχει πει πως η φύση δεν βιάζεται ποτέ κι όμως όλα γίνονται στην ώρα τους».

Κοίταξε γύρω του.

«Απόλαυσε το ταξίδι σου. Δες τον ναό. Τα χρώματά του. Πιες τσάι. Φάε το φαγητό μας. Δες τα δέντρα».

Σήκωσε το βλέμμα του στις κορυφές.

«Δεν φύτρωσαν τόσο ψηλά. Έφτιαξαν πρώτα γερό κορμό. Μεγάλωσαν λίγο. Κι όταν έφτασαν στον ουρανό, έμειναν εκεί».

Έκανε μια μικρή παύση.

«Ίσως αυτό να είναι αρκετό».

Ένιωσα έναν κόμπο στον λαιμό. Για μια στιγμή ήταν σαν να ήταν ο μπαμπάς μου, ο παππούς μου. Σαν να μου δίδασκε τις αξίες του χωρίς να χρειάζεται να τις ονομάσει. Σαν να με κατέβαζε στη γη.

Σηκώθηκε, μου υποκλίθηκε ελαφρά και απομακρύνθηκε αργά, χανόμενος ανάμεσα στους κέδρους. Έμεινα μόνος στο παγκάκι. Το κινητό μου αναβόσβηνε στην παλάμη μου, γεμάτο ειδοποιήσεις για οικονομικά νέα και email. Για πρώτη φορά, δεν άνοιξα να τα διαβάσω. Το φυλάκισα στην τσέπη μου.

Πήρα μια βαθιά ανάσα. Ένιωθα τον ελαφρώς δροσερό αέρα του πάρκου, όταν ξαφνικά ο ήλιος βγήκε να ζεστάνει το πρόσωπό μου. Μπήκα στο Ναό. Δεν μπορούσα να πάρω τα μάτια μου από τις κυκλικές οροφές του, τα μπλε, πράσινα και κίτρινα σχέδιά του. Πλησίασα να δω την Αίθουσα Προσευχής για Καλή Σοδειά. Δεν υπήρχαν πληροφορίες στα αγγλικά, οπότε έψαξα στο κινητό. Διάβασα πως η αίθουσα ήταν κατασκευασμένη εξ ολοκλήρου από ξύλο, χωρίς ούτε ένα καρφί. Έμεινα για λίγο να κοιτάζω το ξύλο. Δεν χρειάζονται καρφιά για να φτιάξεις κάτι στέρεο.

Βγήκα από τον Ναό και περπάτησα ξανά ανάμεσα στα δέντρα. Για πρώτη φορά από τότε που έφτασα στο Πεκίνο, δεν σκεφτόμουν τι μπορούσα να πάρω μαζί μου στην Ελλάδα. Σκεφτόμουν μόνο πόσο ψηλά μπορεί να φτάσει ένα δέντρο, όταν του δώσεις τον χρόνο να μεγαλώσει. Πώς καταφέρνει ένα ξύλο, χωρίς να έχει πληγωθεί από καρφιά, να χτίσει ναό που να αγκαλιάζει τον ουρανό.

 

Σου άρεσε;

Διάλεξε τα αστέρια που επιθυμείς!

Μέσος όρος 0 / 5. Σύνολο ψήφων: 0

Δεν υπάρχουν ψήφοι! Γίνε ο πρώτος που θα βάλει αστεράκια.

Κατερίνα Γιαννακοπούλου

Με τη μεγαλύτερη βαθμολογία

error: www.grafein.gr