Το ταξίδι - ΓΡΑΦΕΙΝ
ΓΡΑΦΕΙΝ

Το ταξίδι

Ξεκίνησα ξημερώματα για εκείνο το ταξίδι. Κρύωνα κι ας ήμουν καλυμμένος με διάφορα υφάσματα· υφάσματα που σκέπαζαν το κορμί μα όχι τη ψυχή μου. Πονούσα, ο πόνος στένευε σαν θηλιά στο λαιμό μου, πιέζοντας την καρδιά και θολώνοντας το βλέμμα. Ήμουν όμως όρθιος, ζωντανός.

Επαναλάμβανα ξανά και ξανά αυτό το ανούσιο συμπέρασμα, ικανοποιημένος που ανάσαινα ακόμα, όλα καλά. Κάγχασα· οι σκέψεις γελοίες αναπαραστάσεις του παρελθόντος. Ενός εαυτού που κατακερματίστηκε απ’ τις λάθος επιλογές κι άσκοπες εμπιστοσύνες.

Ήθελα να ουρλιάξω. Η κραυγή μου να σκίσει τον ψυχρό αέρα στα δύο, η φωνή μου να βραχνιάσει από την ένταση έως ότου να μην μπορώ να μιλήσω ξανά. Να σβήσει η ύπαρξη μου για λίγο από τον χάρτη του συνειδητού. Άρχισα να γελάω μαζί μου, λίγοι περαστικοί με κοίταξαν περίεργα. Δεν έδωσα σημασία σε εκείνα, τα γυμνά από ενδιαφέρον, βλέμματα. Ποιος ο λόγος να αναλώνεσαι απ’ τις σκέψεις μιας κούφιας αποδοχής;

Έφτασα κάπου στη μέση το απόγευμα. Λίγο πιο γερασμένος μα καθόλου σοφός. Λίγο πιο αδύναμος στο σώμα μα ψυχικά σκληρός. Οι σκέψεις λεπίδες του υποσυνείδητου, οι αναμνήσεις βέλη που τρυπούσαν τη σάρκα για να περάσουν στα ζωτικά μου όργανα. Αναρωτιόμουν καθώς βάδιζα το λόγο που συνέχιζα. Γιατί να περπατάω; Αφού δεν πάω κάπου, γιατί βηματίζω έτσι άσκοπα;

Έφτασα στων πρώτων αστεριών το ξεστράτισμα κάπου. Δεν ήταν ούτε αρχή, ούτε μέση, ούτε τέλος. Ήταν κάτι μεταξύ του τώρα και του τότε. Ξεφύσησα βαρύς απ’ τις ενοχές για τους ανθρώπους που στο διάβα μου αγνόησα, μην τυχόν και πέσω πάλι στην παγίδα. Μια παγίδα που μόνος έσκαβα για να πέσω μέσα, ψάχνοντας φταίχτη για τα ψέματα που αράδιαζα στον εαυτό μου.  Ανάσανα κοιτώντας το φεγγάρι, οι καμπάνες χτυπούσαν μεσάνυχτα και το βήμα μου έγινε βαρύ και  αργό.

Βάρυνε από όσα κουβαλούσα μέσα μου τα χρόνια που πέρασαν. Ανόητα και κάπως παιδικά δοκίμασα να κοιτάξω πίσω. Δεν έβλεπα την αρχή του δρόμου που είχα διανύσει και προσπαθώντας να θυμηθώ γιατί ξεκίνησα, συνειδητοποίησα πως δεν ήταν όξυνες οι θύμησες. Είχα μέσα μου φτιάξει μια φωτιά, μια φλόγα τεράστια που φάνταζε μεγαλόπρεπη.  Πήρε στις φλογισμένες της αγκάλες λίγες από τις συναισθηματικές μου πέτρες μετατρέποντάς τες σε κάρβουνα.

Δεν ένιωθα πλέον μικρός, στο ταξίδι αυτό ανακάλυψα πως εγώ είμαι οι σκέψεις κι οι ενοχές μου. Εγώ είμαι τα όρια μου, είμαι η φλόγα που μπορεί να αναστήσει μέσα μου τη ζωή. Επέλεξα να ξεκινήσω πάλι και το ταξίδι αυτή τη φορά δε θα ήταν ίδιο. Τα βέλη που είχα στην πλάτη και στο στήθος δε μάτωναν πια. Και εγώ με τη φωτιά που άναψα να σιγοκαίει έβαλα μπρος.

Για μένα έκανα τα βέλη δρόμο.

Λίγο πιο γερασμένος τώρα και λίγο πιο σοφός, ξεκίνησα μεσάνυχτα να βρω τον  εαυτό μου.

Σου άρεσε;

Διάλεξε τα αστέρια που επιθυμείς!

Μέσος όρος 4.6 / 5. Σύνολο ψήφων: 36

Δεν υπάρχουν ψήφοι! Γίνε ο πρώτος που θα βάλει αστεράκια.

Μαριάννα Μακαριάν

Η Μαριάννα Μακαριάν ζει στον Πειραιά. Ασχολείται με τη συγγραφή από την εφηβεία της. Ξεκίνησε με μικρά στιχάκια στο γυμνάσιο και σιγά – σιγά άρχισε να γράφει μεγαλύτερα κείμενα. Πλέον γράφει το δικό της μυθιστόρημα, εφηβική λογοτεχνία του φανταστικού, όπως κι ένα κείμενό της, της ίδια κατηγορίας, έχει εκδοθεί σε ανθολογία από τις εκδόσεις Συμπαντικές Διαδρομές.
Έχει σπουδάσει παιδαγωγικά σε ΙΕΚ και μέσα από τη σχολή ανακάλυψε πως μπορεί να γράφει και παραμύθια. Έχει στήριξη κι αυτό είναι που την βοηθά να συνεχίσει, από τους δασκάλους στη σχολή μέχρι τον οικογενειακό και φιλικό της περίγυρο. Αυτοί οι άνθρωποι είναι ο λόγος που πίστεψε πως μπορεί να το κάνει κι έτσι συνεχίζει.