-Σώπα, θυμήθηκες να με πάρεις τηλέφωνο; Υποτίθεται είπες θα βγαίναμε το Σάββατο.
-Άσε τις γκρίνιες Χάρη. Πήγα με τον Νικόλα στο μπαρ… Έχει και αυτός τα δικά του, ήθελε να ξεσπάσει…
-Α, και;
-Μόνο αυτό δεν έγινε, Εγώ ήμουν ο πρωταγωνιστής της βραδιάς.
-Όπως πάντα. Τι έκανες πάλι, μάλωσες με κανέναν;
-Μακάρι να ήταν αυτό. Άκου να δεις. Εκεί που καθόμαστε, μπαίνει στο μπαρ μια κοπέλα… άστο, πού να στα περιγράφω. Δεν έχω δει κάτι πιο όμορφο στη ζωή μου.
-Έλα ρε, και; Της μίλησες;
-Κάτσε να σου πω. Γυρνάω στον Νικόλα, του την δείχνω, λέω «είναι ο τύπος μου», «και ο δικός μου», μού λέει.
-Μη μου πεις ότι μαλώσατε για μια άγνωστη, θα τρελαθώ.
-Όχι, όχι, άλλο ήταν το θέμα. Συνεχίζω. Προσπαθούσα για ώρα να την μαγνητίσω, να της τραβήξω την προσοχή.
-Άρχισες πάλι αυτά τα ινδικά;
-Μωρέ, και αυτά τα έκανα, και ποτό κέρασα, αλλά τίποτα. Ένα ξερό ευχαριστώ και αυτό ήταν όλο. Κάποια στιγμή, μετά από ώρα, την βλέπω να κοιτάει προς τα μένα. Η καρδιά μου πήγε να σπάσει.
-Α, τα κατάφερες τελικά… Ήμουν σίγουρος.
-Ναι, η σιγουριά θα σε φάει εσένα. Τον σερβιτόρο έψαχνε για να πληρώσει. Φαντάζεσαι απογοήτευση μόλις το κατάλαβα. Ήθελα να ανοίξει η γη να με καταπιεί. Ε, μη στα πολυλογώ, αυτή έφυγε, κι από κει και πέρα δεν θυμάμαι τίποτα. Ο Νικόλας, πάντως, μου είπε ότι έκανα σαν μωρό. Φώναζα, βοήθεια Χριστιανοί, και τέτοια…
-Ωχ… Μη μου πεις ότι άρχισες και τα ποιητικά σου, μες το μπαρ…
-Όχι θα τα άφηνα. Ρέστα έδωσα πάλι… Ρεζίλι έγινα. Πάλι καλά που ο μπάρμαν ήταν γνωστός.
-Αμάν ρε Πάνο, ούτε που την ήξερες.
-Ρε σου λέω τρελάθηκα, πρώτη φορά το έπαθα αυτό. Ώπα, κλείσε, έχω άλλη γραμμή.
-Ποιος είναι πρωινιάτικα;
-Δεν ξέρω, άγνωστο. Κλείσε, κλείσε… Παρακαλώ;
-Ναι, καλησπέρα. Η Ρένα είμαι, από προχθές στο μπαρ, δεν ξέρω αν με θυμάσαι. Πήρα το τηλέφωνό σου από τον μπάρμαν.
Και εκεί αρχίσαν όλα…






