ΓΡΑΦΕΙΝ

Άστεγος στον Πειραιά

Φάληρο. Το νέο. Στο σταθμό, στη γραμμή Κηφισιά – Πειραιάς, μια στάση πριν το τέρμα. Ένα μουστάκι μπαίνει μέσα. Άστεγο. Μια σακούλα το βίος του· στ’ αριστερό την βαστά. Ζέχνει απλυσιά. Με λοξοκοιτά, σαν να ηξέρει — μου φαίνεται — μιαν αλήθεια βαθιά που ’γω την αγνοώ. Για να ’ναι το κρίμα που τον τυραννά;

Πειραιάς, όξω από το λιμάνι το μεγάλο.

«Καλημέρα, να σε κεράσω κάτι; Φαγητό, καφέ;»
«Φραπέ, με ολίγη παρακαλώ», μου λεν’ τα χείλη πίσω απ’ τα μουστάκια.
«Πάμε απέναντι;», αρωτώ με μια αμεσότητα ταυτόχρονη με την απλότητα που με διακρίνει.
«’Γω θα κάτσω ’δω», και μου δείχνει το παγκάκι.

Πάω κι εγώ απέναντι, το παραγγέλνω, το παίρνω, επιστρέφω· του το δίνω. Κάτω από τον ήλιο όμως σαν να μην έχει εκείνο το παγκάκι χώρο και για μένα, παρά το γεγονός ότι μόνο τα μουστάκια του φιλοξενούσε. Ποιος ξέρει; Ίσως τούτες τις συνήθειες τις κοινωνικές ή το ειλικρινές γνοιάξιμο για τον συνάνθρωπο να τα εκατέντησε ο χρόνος τόσο για τα μουστάκια όσο και για το παγκάκι — ψεύτικες κι ανούσιες. Όπως και να ’χει το πράμα, έτσι που κάθομαι μετά τη δεύτερη την καλημέρα που ανταλλάξαμε, εγώ από του δρόμου την απέναντι μεριά και κείνος στο παγκάκι, απόσταση μεγάλη – κατά που φαίνεται, αν και οπτικά μικρή — μας χωρίζει.

Σηκώνεται. Χώνει τα χέρια στα σκουπίδια — περισσότερο συνήθεια μου φαίνεται παρά ανάγκη — κι έπειτα τα βγάζει. Χύνει τον καφέ σ’ ένα παγούρι μεταλλικό· το βίος όπως και πριν, στ’ αριστερό. Κι έπειτα σαν να τον έχασε η θωριά μου. Ένα εγίνη με τους δρόμους που τον καλούν.

Το πόρτο θεόρατο εφαίνεται απέναντι απ’ τον σταθμό. Το κοιτώ κι εκείνο πίσω μ’ ακοιτά. Στο γκισέ της Χελλενικ Σηγουεης αρωτώ για τα Μέθανα. Μα στο κατόπι τα συλλογιέμαι ξανά· ένα γύρο τα φέρνω πάλι. Όπως κι αν τα δω δεν με παίρνει. Φεύγω.

Πιο πέρα στέκει της Αγιάς Τριάδας η εκκλησιά, κι απέναντι έχει ένα πάρκο με δέντρα μεγάλα μ’ έναν ίσκιο παχύ. Πολλά τα παγκάκια — ξύλινα. Κάθομαι κι εγώ σ’ ένα απ’ αυτά. Ένα γύρο το βλέμμα· μετανάστες, τσιγγάνοι, ταξιδευτές κι άστεγοι. Σαν να δώσανε όλοι ραντεβού δω χάμου· ήρθα κι εγώ, μα δεν με περιμένει κανείς.

Κι έπειτα πιότερο κατάντια μοιάζει να ’χεις τον ουρανό για σκέπη μες τις πόλεις· κρίμα μεγάλο. Ίσως να λαθεύω, δεν το ξέρω· μα γεμάτοι έγνοιες στα πρόσωπα και χαρακιές μου φαίνονται. Άλλη γλώσσα θα ομιλούν, γιατί με το χαμόγελο και την καλημέρα, αλλά μήτε και με το κέρασμα, κουβέντα δεν σταυρώνω.

Μα την αλήτικη μου την ψυχή, κι αν την έντυσα με ρούχα καθαρά να την κρύψω δεν μπορώ. Πιότερο αληθινοί μου φαίνονται οι άνθρωποι ετούτοι παρά οι άλλοι. Και με την λέξη «αληθινοί» να βάλω τους ανθρώπους σε κατηγορίες δεν το θέλω. Εξάλλου, μια φορά σε ταμπέλες δεν πιστεύω. Ίσως να ’ναι η αλήθεια τους που με γοητεύει· κείνη που δεν φοράει ρούχα κοσμικά κι ούτε να μιλά με καθωσπρεπισμούς το θέλει. Ιστορίες στην πλάτη κουβαλεί ένα σωρό· τόσες που εκαμπούριασε η καημένη.
Μια φορά στο Άμστερνταμ κοιμήθηκα μ’ έναν άστεγο παρέα. Σ’ ένα στρώμα διπλό — για να ’ταν παραπάνω από ένα. Με γελάει η μνήμη. Έξω από μια κατάληψη, μπροστά σε μια φωτιά που έκαιγε. Δύσκολος μήνας ο Νιόβρης στην πόλη χωρίς σκεπή. Κει πέρα όμως, μες τα χαλάσματα και την βρωμιά, γνώρισα μια αλήθεια που δεν την γνωρίζεις μες τα σαλόνια· κείνην π’ ότι έχεις θα το μοιραστείς. Με τον άστεγο στα δεξιά μου, τον Αντώνη – Πειραιώτη, από την Καστέλλα – στη μέση κι ένα σωρό νοματέους, άκληρους κάτ’ απ’ την γέφυρα ήτανε μια αλήθεια που πιότερο ένωνε, παρά να δίχαζε.

Να μπορούσα την φτώχεια την καταραμένη να την επλύνω, με ρούχα καθαρά να την εντύσω κι ένα πιάτο φαΐ να την σερβίρω. Να ’τανε τούτο αρκετό μες ένα σύστημα καπιταλιστικό. Αναρωτιέμαι. Και πάλι, ίσως γιατί έχω την δυνατότητα και την πολυτέλεια να το κάνω.

— «Τρελοί ’ναι οι ανθρώποι», μου πετάει μια φωνή φέρνοντας με πίσω απ’ τις θύμησες.
— « Έχουν χαμόγελο πηγαίο, αυθεντικό», της απαντώ.
— « Κοίτα την. Κάθε πρωί έρχεται, ταΐζει τα περιστέρια, στέκει πιο πέρα κι έπειτα φεύγει».
— « Έτσι που στέκει να κάνει την προσευχή της, άραγε;».
— «Ποια προσευχή και για ποιο χαμόγελο συντυχαίνεις; Έπεσε τις προάλλες μια γιαγιά. Πέντε επέσανε απάνω της να την εφάνε. Τσάντα, πορτοφόλι, ίσαμε και την ζακέτα της επήραν της γιαγιάς. Ρε ένα κινητό κάποιος; το 100 φωνάζω — θα μας μείνει η γυναίκα. Κανείς. Όλοι αδιάφοροι. Μα έτσι ’ναι την σήμερον ημέρα. Για τα περιστέρια έχουμε· για τους ανθρώπους;».

Σηκώνομαι, σιμώνω. «Να κεράσω;», αρωτώ. «Καφέ, τυρόπιτα;». Υψώνει το βλέμμα, μ’ αντικρά. «Καφέ. Καπουτσίνο, γλυκό. Σ’ ευχαριστώ».

— «Κανέλα», μ’ αρωτάν από την καντίνα. Βάζω φωνή προς το μέρος του· όχι μου γνέφει. Οικοδόμος, από την Σύμη. Έκαμε ΕΛΔΥΚ και βρίσκουμε έδαφος κοινό την Κύπρο. Εμέ η καταγωγή, κείνου η θητεία.

Κυλάει η κουβέντα. Μα ’ναι οι άνθρωποι ετούτοι περήφανοι. Δύσκολο να τους ξεκλειδώσεις, θαρρώ, σκέφτομαι καθώς αφήνω τον Πειραιά πίσω μου, κατευθυνόμενος προς Μοναστηράκι.

Σου άρεσε;

Διάλεξε τα αστέρια που επιθυμείς!

Μέσος όρος 5 / 5. Σύνολο ψήφων: 1

Δεν υπάρχουν ψήφοι! Γίνε ο πρώτος που θα βάλει αστεράκια.

Παναγιώτης Ζορπίδης

Με τη μεγαλύτερη βαθμολογία

error: www.grafein.gr