ΓΡΑΦΕΙΝ

Ένα τελευταίο σ’ αγαπώ

Ήταν πρωί. Το ξυπνητήρι χτυπούσε με τον ίδιο αυτό σπαστικό και εκνευριστικό τρόπο. Δεν πίστευα πως θα αλλάξει κάτι. Πίστευα πως θα ήταν μια κανονική μέρα. Μια ημέρα ρουτίνας σαν όλες τις άλλες. Μια μέρα κενή, δίχως νόημα, χωρίς κανέναν να είναι δίπλα μου για να με κάνει να τη γεμίσω με χαρά και ξεγνοιασιά.

Σηκώθηκα κουρασμένη. Δεν ήξερα για ποιον λόγο. Λογικά θα ήταν σαν μια από εκείνες τις συνηθισμένες μέρες, όπως είναι όλες οι υπόλοιπες. Ο χρόνος κυλούσε γρήγορα. Το ένιωθα μέσα μου. Σαν κάτι εκείνη την ημέρα να μου έλεγε να βιαστώ. Έτρεξα στο μπάνιο να πλύνω το πρόσωπό μου και αμέσως μετά να ντυθώ και να αναχωρήσω για το σχολείο. Είχε κρύο θυμάμαι. Έξω όλα ήταν παγωμένα. Σαν ο καιρός να μου έδινε σημάδια, σαν κάτι να με κρυφοκοίταζε από ψηλά και να μου έδινε αφορμές να μην πάω σχολείο. Πέρασε για μια στιγμή από το μυαλό μου η σκέψη πως αν δεν πήγαινα έστω και μια μέρα σχολείο δεν θα πάθαινα και τίποτα.

Εγώ, όμως, ήθελα να πάω. Ήθελα να πάω να δω την κολλητή μου. Δεν πρόλαβα να την δω το σαββατοκύριακο γιατί θα είχε διάβασμα, έδινε εξετάσεις. Το βήμα μου γινόταν ολοένα και γρηγορότερο στη σκέψη πως θα την έβλεπα. Μπορεί να μην την είχα δει δύο μέρες, αλλά μου είχε λείψει τόσο πολύ που ένιωθα πως είχα να την δω αιώνες. Έφτασα στην εξώπορτα του σχολείου. Γρήγορα άνοιξα την πόρτα και μπήκα μέσα. Ναι, ήταν εκεί στο ίδιο σημείο που με περίμενε κάθε μέρα. Τα μάτια της χαμογέλασαν. Τα βλέμματά μας συναντήθηκαν και χωρίς να το συνειδητοποιήσουμε τρέξαμε η μία στην αγκαλιά της άλλης. Μου είχε λείψει τόσο πολύ και απλά δεν ήθελα να την αφήσω από την αγκαλιά μου. Δεν πρόλαβα να της πω «μου έλειψες» ούτε ένα «σ’ αγαπώ».

Το κουδούνι χτύπησε. Ξύπνησα. Σηκώθηκα απότομα. Μια τρομάρα με έλουσε. Ένας φόβος. Γύρισα να κοιτάξω γύρω μου. Το ρολόι έδειχνε εφτά το πρωί. Όλα φαινόταν φυσιολογικά. Ήξερε πως μου είχε λείψει και αποφάσισε να με επισκεφτεί στον ύπνο μου. Σηκώθηκα και ντύθηκα όσο πιο γρήγορα μπορούσα. Φεύγοντας από το σπίτι έκοψα τρία από τα αγαπημένα της λουλούδια, που πλέον είχαν γίνει και δικά μου. Δύο τριαντάφυλλα, ένα γιασεμί και μια γαρδένια. Τα αγαπούσε τόσο πολύ και κάθε φορά που ερχόταν επίσκεψη σε εμένα, έκοβε και έπαιρνε μαζί της φεύγοντας ένα από αυτά τα λουλούδια.

Έφτασα. Ο καιρός μουντός, έτοιμος να βρέξει. Πήγα, άναψα το κερί της. Έβαλα τα λουλούδια μέσα στο βάζο. Σε λίγο θα ερχόταν να την επισκεφτεί και η μητέρα της. Έκατσα λίγο παραδίπλα. Την ευχαρίστησα που με επισκέφτηκε. Ένιωσα για πρώτη φορά χαρούμενη μετά την απώλειά της. Ξέρω πως θέλει να με βλέπει ευτυχισμένη, αλλά δεν ξέρω πως θα το καταφέρω αυτό χωρίς αυτήν δίπλα μου, στήριγμά μου. Κοίταξα ψηλά στον ουρανό. Ήξερα πως είναι κάπου, κάπου ψηλά, κρυμμένη πίσω από τα σύννεφα να με βλέπει. Εκείνη την ώρα εμφανίστηκε ένα ουράνιο τόξο μέσα από τα μαύρα εκείνα σύννεφα. Ήθελε να μου κρατήσει συντροφιά.

Ακόμη μετανιώνω εκείνο το σ’ αγαπώ που δεν πρόλαβα  ποτέ να ξεστομίσω. Την αγαπώ και θα την αγαπώ. Η αγάπη μου γι’ αυτήν δεν θα πάψει ποτέ να υπάρχει. Πάντα θα την νιώθω δίπλα μου, το ίδιο όπως και πριν. Και κάθε μέρα θα είμαι εκεί να της ανάβω το καντήλι, να της πηγαίνω τα λουλούδια που τόσο λάτρευε και αγαπούσε και να της λέω αυτό το καταραμένο «μου λείπεις» που τόσο πολύ επιθυμεί να ακούει.

Σου άρεσε;

Διάλεξε τα αστέρια που επιθυμείς!

Μέσος όρος 4.6 / 5. Σύνολο ψήφων: 11

Δεν υπάρχουν ψήφοι! Γίνε ο πρώτος που θα βάλει αστεράκια.

Μαρία Τασούλη

Μέλος της μαθητικής συγγραφικής ομάδας Teenγραφείς

Με τη μεγαλύτερη βαθμολογία

error: www.grafein.gr