Μισοκλείνω τα μάτια στον πρωινό ήλιο. Για μια στιγμή. Τόσο όσο να σιγουρέψω τη μεγάλη ουρά. Ξέρω τον δρόμο πια για τα καλά, τέσσερα χρόνια πάω και έρχομαι. Ρίχνω μια λοξή ματιά στο ρολόι που προειδοποιεί χωρίς οίκτο. Σε ένα τέταρτο πρέπει να βρίσκομαι στην κορυφή του βουνού και να λέω καλημέρες μαθητικές. Ξεφυσώ. Στον μικρό επαρχιακό δρόμο φορτηγά, τρακτέρ, επιβατικά. Τα χέρια στο τιμόνι, το βλέμμα έξω.
Το βλέπω στην αριστερή πλευρά, πετρόχτιστο και δροσερό. Παγκάκια γύρω του, μια βρύση με τρεχούμενο νερό, δυο κυπαρίσσια. Πάνω από τη στέγη μια κοπέλα απλώνει τα χέρια, ένα φλάουτο πλησιάζει τα χείλη. Το μωβ φόρεμα σημαδούρα θαλάσσης, τα μαύρα μαλλιά σημαία σε πειρατικό καράβι, τα χέρια σχοινιά σε κατάρτι. Παράμερα ζωγραφίζεται ένα βιολί και μια κιθάρα. Το «βαλς του Δουνάβεως» ξεχύνεται πάνω από το μικρό ξωκλήσι, διαπερνά τα δέντρα και τυλίγεται στα κυπαρισσόμηλα, βουτά στη γούρνα της βρύσης κι ύστερα ξεστρατίζει στον στριφογυριστό δρομίσκο. Τώρα κολλάει πάνω στο παρμπρίζ. Μένω ακίνητη. Τα κλαδιά κινούνται στο ρυθμό της μουσικής· τα αυτοκίνητα χορεύουν σόλο βαλς· τα λιγοστά σύννεφα ρίχνουν λευκό κρασί σε κρυστάλλινα ποτήρια· τα χόρτα στην άκρη του δρόμου χτυπάνε παλαμάκια. Νότες. Ξαφνικά η μουσική σταματάει. Όλα παγώνουν. Μόνο το ρολόι προχωρεί. Τικ τακ, τικ τακ. Το τέταρτο έχει περάσει. Εγώ ωστόσο βρίσκομαι ακόμη στο πλάτωμα.






