Στιγμή από λάβα
Κοιτάζεις γύρω.
Μαύρο πέπλο, διάφανος ιστός
στις τρύπες των ματιών σου.
Δε ξεχωρίζεις.
Φεύγεις;
Ή μήπως μόλις πέρασε εκείνο το φανάρι;
Άναψε κόκκινο.
Σταμάτα.
Φώναξε ένας υπόγειος άνθρωπος,
και τα σκουριασμένα σίδερα του υπονόμου
λύγισαν σε ένα θλιμμένο χαμόγελο.
Δέντρα ψηλά
σου δείχνουν τον αγκάθινο ορίζοντα,
εκεί, στην άκρη του μίτου σου.
Μπερδεύεσαι σε χρωματιστές κλωστές,
παλεύεις με το μπλε
και χάνεις.
Παγίδα χρωμάτων,
κράτησε τη στιγμή ακίνητη.
Μπροστά πού,
είναι ο νότος, μπαμπά;
Και η σπασμένη σε χίλια κομμάτια σου,
πυξίδα γέμισε κόκκους άσπρης κιμωλίας.
Τους μετράς έναν έναν.
Όλο και μικραίνουν,
γράφοντας συνθήματα
σε πέτρινο καμβά.
Λιώσε το πινέλο σου,
σε λάβα που έληξε αιώνες.
Πέτρινοι άνθρωποι
σέρνονται μπρος το άσπρο τους φως.
Πέτρινη στιγμή θάβεται ζωντανή.
Ρέουσα λάβα, πάνω.
Μη κοιτάξεις πίσω.
Θα γίνεις πέτρα.
Εκμαγεία λύπης.
Άχρωμα.
Γέμισες άσπρο.
Χθεσινοί Τυφώνες
σε ανέλυσαν σε νότες, ανάποδες,
που κοιτάζουν
το έξω
με λαχτάρα.
Τα παράθυρα κλειστά,
μπροστά στη χαραγμένη σχισμή
των χειλιών σου.
Φτάνει!
Και η φωνή,
αυτή η κίτρινη καμπανούλα
που αγαπούσες τόσο,
έπεσε με κρότο
σε χώμα μπλε.
Παλλόμενος πλακούντας,
στείρος από χρόνο.
Τρικυμίες σε έπνιξαν,
με το χέρι απλωμένο στη σχεδία.
Σχέδια κινούμενα σε σπρώχνουν,
με τις άκρες των χειλιών τους,
σε εξέγερση.
Μείνε κάτω.
Η βαρύτητα,
σε προδίδει.
Μαρία π.
Στιγμή από λάβα
Κοιτάζεις γύρω.
Μαύρο πέπλο, διάφανος ιστός
στις τρύπες των ματιών σου.
Δε ξεχωρίζεις.
Φεύγεις;
Ή μήπως μόλις πέρασε εκείνο το φανάρι;
Άναψε κόκκινο.
Σταμάτα.
Φώναξε ένας υπόγειος άνθρωπος,
και τα σκουριασμένα σίδερα του υπονόμου
λύγισαν σε ένα θλιμμένο χαμόγελο.
Δέντρα ψηλά
σου δείχνουν τον αγκάθινο ορίζοντα,
εκεί, στην άκρη του μίτου σου.
Μπερδεύεσαι σε χρωματιστές κλωστές,
παλεύεις με το μπλε
και χάνεις.
Παγίδα χρωμάτων,
κράτησε τη στιγμή ακίνητη.
Μπροστά πού,
είναι ο νότος, μπαμπά;
Και η σπασμένη σε χίλια κομμάτια σου,
πυξίδα γέμισε κόκκους άσπρης κιμωλίας.
Τους μετράς έναν έναν.
Όλο και μικραίνουν,
γράφοντας συνθήματα
σε πέτρινο καμβά.
Λιώσε το πινέλο σου,
σε λάβα που έληξε αιώνες.
Πέτρινοι άνθρωποι
σέρνονται μπρος το άσπρο τους φως.
Πέτρινη στιγμή θάβεται ζωντανή.
Ρέουσα λάβα, πάνω.
Μη κοιτάξεις πίσω.
Θα γίνεις πέτρα.
Εκμαγεία λύπης.
Άχρωμα.
Γέμισες άσπρο.
Χθεσινοί Τυφώνες
σε ανέλυσαν σε νότες, ανάποδες,
που κοιτάζουν
το έξω
με λαχτάρα.
Τα παράθυρα κλειστά,
μπροστά στη χαραγμένη σχισμή
των χειλιών σου.
Φτάνει!
Και η φωνή,
αυτή η κίτρινη καμπανούλα
που αγαπούσες τόσο,
έπεσε με κρότο
σε χώμα μπλε.
Παλλόμενος πλακούντας,
στείρος από χρόνο.
Τρικυμίες σε έπνιξαν,
με το χέρι απλωμένο στη σχεδία.
Σχέδια κινούμενα σε σπρώχνουν,
με τις άκρες των χειλιών τους,
σε εξέγερση.
Μείνε κάτω.
Η βαρύτητα,
σε προδίδει.
Επίκληση στο χάος
Ποιο σου χάος, σε κάλεσε, το βράδυ εκείνο;
Κλείσε τα αυτιά σου!
Ηχώ που μπέρδεψες με Έλα
Έγινες πουλί.
Κομματια απο φτερά κατοίκησαν το μέσα .
Τυλίχτηκες σε μαύρο πλαστικό από μικρά φωσάκια.
Αστέρια που απαρνήθηκαν το μαύρο . Αυτοκτόνησαν σε άσπρα όνειρα κρατώντας μια ευχή.
Άκου.
Ηλεκτροφόρα μάτια πετάν φλόγες σιωπής.
Μνήμη κίτρινη σε ψάχνει στο χώμα.
Εκεί,κάτω από μάρμαρα συμπαγούς άδειου.
Αναρριχήθηκα σε ένα σου βιβλίο.
Άχρωμες σελίδες.
Μη κοιτάς.
Έπεσα στον πρώτο σου καφέ.
Είδα ένα λευκό ταβάνι από τον πάτο του.
Καπνός χρόνων περπάτησε κάτω από το δέρμα μου.
Έγινε γλυκόπικρη σταγόνα στάχτινης βροχής.
Πνίγηκε το τότε, σε ένα βούρκο από σπασμένες φλόγες.






