Η πισίνα - ΓΡΑΦΕΙΝ
ΓΡΑΦΕΙΝ

Η πισίνα

Εκείνα τα καυτά μεσημέρια του Ιουλίου που τα τζιτζίκια χαλούσαν τον κόσμο με τις μουσικές τους εμείς βολοδέρναμε στη γειτονιά. Η μάνα βάρδια και υπερωρίες στο εργοστάσιο και ο πατέρας στα χωράφια. Μας πρόσεχε η γιαγιά. Πολλά δεν είχαμε εκείνη την περίοδο της ζωής μας αλλά λίγο μας απασχολούσε. Τη βγάζαμε συνήθως στο δασάκι που συνόρευε με τη φτωχογειτονιά μας, τις έξι μικρές μονοκατοικίες σκορπισμένες στην άκρη της πόλης. Ξαπλωμένοι κάτω από τον παχύ ίσκιο των πανύψηλων πεύκων μετρούσαμε τις επιθυμίες μας. Λίγα πράγματα από αυτήν την ιδιότυπη μεσημεριανή λίστα θα ικανοποιούσαν οι δικοί μας αφού η μόνιμη επωδός τους ήταν: «Δεν έχουμε χρήματα. Θα δούμε».

Είμασταν όμως πολύ μικροί για να μας πτοούν τέτοιες δηλώσεις, πολύ υπομονετικοί και πολύ δαιμόνιοι. Μήπως δε χρειάστηκε ένας ολόκληρος μήνας αποχής από τις φέτες με ζάχαρη και καφέ μέχρι να μας αγοράσουν την πρώτη μας μερέντα; Ένα μεσημέρι ο Γιάννης, δύο χρόνια μικρότερός μου, πρόσθεσε στη λίστα μία πλαστική πισίνα. Την είχε πάρει μάτι στο μπαλκόνι μίας πολυκατοικίας τη μέρα που συνόδευε τον πατέρα για δουλειές στο κέντρο της πόλης και ενθουσιάστηκε.

-Τι άλλο θα ζητήσετε; θύμωσε μαζί μας η μάνα. Μα τι αχάριστα παιδιά είχε φέρει στον κόσμο αυτή η γυναίκα; Την προηγούμενη Κυριακή δεν μας είχε πάει μονοήμερη εκδρομή με το πούλμαν στον Μακρύγιαλο; Όλη μέρα στον ήλιο και τη θάλασσα γυρίσαμε πίσω το βραδάκι κατάκοποι και κατακόκκινοι σαν ερυθρόδερμοι των γουέστερν της εποχής αφού πρώτα είχαμε καταναλώσει ένα μεγάλο τάπερ κεφτεδάκια και δύο καρπούζια.

Ο Γιάννης ήταν πολυμήχανος και επιδέξιος στα χέρια. Ό,τι σκαρφιζόταν το κεφαλάκι του μπορούσε να το κατασκευάσει με το τίποτα, με ευτελέστατα υλικά. Κούκλες για μένα από ξύλο και ύφασμα, ξύλινα και τενεκεδένια τρενάκια, αεροπλανάκια, αυτοκινητάκια, πολύχρωμους χαρταετούς, αυτοσχέδιες μπάλες ποδοσφαίρου που προσγειώνονταν πάντα στα τζάμια της γειτόνισσας. Πισίνα όμως δεν μπορούσε να φτιάξει. Τελευταία φορά προσπάθησε με κάτι παλιές, ξεχασμένες στην αποθήκη σαμπρέλες ποδηλάτου. Οι αποτυχημένες προσπάθειες και η άρνηση της μάνας τον πείσμωναν περισσότερο. Δε θα τα παρατούσε εύκολα.

Ώσπου, ένα μεσημέρι και πάλι, φώτισε μέσα του η λύση! Το «κουζινάκι» θα έκανε πισίνα. Κουζινάκι λέγαμε το ημιυπόγειο δωμάτιο της μικρής πέτρινης μονοκατοικίας μας που χρησιμοποιούσαμε ως κουζίνα τους θερμούς μήνες του καλοκαιριού. Λιγοστά τα έπιπλά του, τα απολύτως απαραίτητα. Ο πάγκος της κουζίνας με τον αλουμινένιο νεροχύτη και τα δυο του ντουλάπια, το ψυγείο και το πετρογκάζ στον ένα τοίχο. Στον απέναντι ένα μεγάλο ντιβανομπαούλο, όπου συνήθως έπαιρνε το μεσημεριανό της υπνάκο η γιαγιά αγκαλιά με το μωρό( τη μικρότερή μας αδερφή) και στη μέση του δωματίου ένα τετράγωνο τραπέζι με έξι ψάθινες καρέκλες. Κάπως έτσι το θυμάμαι το κουζινάκι. Με το λάστιχο της αυλής ο Γιάννης το γέμισε νερό. Όταν το νερό έφτασε στο επιθυμητό ύψος που επέτρεπε πλατσουρίσματα και απλωτές ανάμεσα στα έπιπλα χαμογέλασε ικανοποιημένος με το αποτέλεσμα και έσπευσε να καλέσει στην πισίνα του όλα τα παιδιά της γειτονιάς.

Μεγάλη υπναρού η γιαγιά! Χαμπάρι δεν πήρε! Όταν κάποια στιγμή ξύπνησε από τις φωνές και τα παιχνίδια μας μέσα στον υγρό παιδότοπο που είχε γίνει πλέον το κουζινάκι  άρχισε να στριγγλίζει: «Βοήθεια. Πνιγόμαστε». Το μωρό, αγουροξυπνημένο κι αυτό, δεν συμμερίστηκε την υστερία της. Χτυπούσε παλαμάκια και κουνώντας ρυθμικά χεράκια και ποδαράκια πάσχιζε να δραπετεύσει από την αγκαλιά της και να βρεθεί στο νερό.

Όλη η γειτονιά επιστρατεύτηκε για να αδειάσουν το νερό από το κουζινάκι. Άλλοι με κουβάδες, άλλοι με κατσαρολικά, με ό,τι μπορούσε και διέθετε ο καθένας. Ήταν σχεδόν άδειο όταν γύρισε η μάνα μας από το διαλογητήριο. Ποιος όμως την είδε και δεν τη φοβήθηκε; Το αποτύπωμα και των πέντε δαχτύλων της άφησε στο μάγουλο μου με το χαστούκι που μου άστραψε αν και ο Γιάννης δήλωνε ευθαρσώς πως αυτός και μόνο αυτός ήταν ο εμπνευστής και ο δημιουργός του όλου εγχειρήματος. Ως μεγάλη αδερφή όφειλα να τον συνετίζω και να μην σιγοντάρω τις διαολιές του.

Τον Γιάννη τον τιμώρησε σκληρά. Με το σκοινί της μπουγάδας τον έδεσε στην κολόνα της ΔΕΗ στο χωματόδρομο έξω ακριβώς από το σπίτι μας. Κι εκείνος άχνα δεν έβγαλε. Υπέμεινε αγόγγυστα το μαρτύριό του ο πεντάχρονος αδερφός μου, ο λιλιπούτειος Προμηθέας Δεσμώτης. Και κάθε λίγο και λιγάκι δεν κατέβαινε ένας αετός να του φάει το συκώτι. Αν υπήρχε ένας τέτοιος αετός θα έπρεπε να τσιμπολογήσει από το συκώτι της μάνας μας που της το ΄χαμε πρήξει όπως φώναζε όλη την ώρα που έκανε δουλειές στο κουζινάκι. Εγώ κατέβαινα από το σπίτι κρυφά να τον μπουκώσω με τηγανητές πατάτες και να τον δροσίσω με λίγο νεράκι.

«Θα σε λύσω», του υποσχέθηκα. «Θα σε κατεβάσω από εδώ». Με τη δύση του ήλιου τον έλυσε η μάνα. Όχι γιατί τον συγχώρησε. Όχι γιατί κόπασε μέσα της ο θυμός και η οργή. Αλλά γιατί της χρειάστηκε το σκοινί της μπουγάδας…

Σου άρεσε;

Διάλεξε τα αστέρια που επιθυμείς!

Μέσος όρος 4.8 / 5. Σύνολο ψήφων: 12

Δεν υπάρχουν ψήφοι! Γίνε ο πρώτος που θα βάλει αστεράκια.

Ελένη Καραγιάννη

Η Ελένη Καραγιάννη γεννήθηκε το 1969 και μεγάλωσε στη Βέροια. Σπούδασε κλασική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων και είναι κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου ειδίκευσης στις Επιστήμες Αγωγής. Είναι παντρεμένη, μητέρα ενός παιδιού και εργάζεται ως φιλόλογος στο Γενικό Λύκειο Μακροχωρίου Ημαθίας. Θεωρεί τη γραφή ψυχοθεραπεία. Αγαπά το διάβασμα, τη λογοτεχνία, την ποίηση, το θέατρο, τον κινηματογράφο, τη φύση, τα ταξίδια, τους ανθρώπους με καθαρό βλέμμα και λαμπερό χαμόγελο. Κείμενά της έχουν δημοσιευτεί στον έντυπο κι ηλεκτρονικό τύπο και σε λογοτεχνικά περιοδικά.

1 comment