ΓΡΑΦΕΙΝ

Μαμά! Γιατί το έκανες αυτό;

Ένα μικρό κορίτσι ήμουν, που δεν μιλούσε πολύ κι όταν τη γατούλα μου τη Χάνα σκότωσαν μπροστά στα μάτια μου, έπαψα να μιλώ για μήνες. Δεν ήθελα άλλη γάτα, μα εκείνη με της στάχτης το χρώμα αγαπούσα. Δεν ήθελα άλλη γάτα κι ας είχε το ίδιο χρώμα ακριβώς. Ήθελα εκείνη, μόνο εκείνη, που είχε αυτόν το καλό τον χαρακτήρα, που με συντρόφευε τις ώρες που έγραφα τις εργασίες μου. Τελείωσα με μεγάλη δυσκολία την 4η δημοτικού. Ήμουν η χειρότερη μαθήτρια επειδή κανείς δεν κατάλαβε ότι είχα νοσήσει άδικα και στην ψυχή και στο κεφάλι, χώρια το πρόβλημα του φάσματος.

Κι ήρθε εκείνη η στιγμή, καινούργια αθλητικά παπούτσια να μου πάρουν, να έχω για το καλοκαίρι. Έβαλε τα χρήματα στην τσάντα της και με πήρε απ’ το χέρι, στην Τσιμισκή επιτέλους να πάμε να ψωνίσουμε κι εμείς εκεί, στο δρόμο των πλουσίων. Μα στο δρόμο συνάντησε γονιό της γειτονιάς, ακόμα πιο φτωχό. Ένα μωρό κρατούσε αγκαλιά, γάλατα ήθελε να πάρει. Μόνος πάλευε ο δυστυχής, τη γυναίκα του έχασε στη γέννα. Άνοιξε την τσάντα και του ‘δωσε όλα τα χρήματα χωρίς καν να με κοιτάξει. Πήρε το μωρό με μιας, το κράτησε σφιχτά με το ένα της το χέρι και με το άλλο έβγαλε το σύνεργο, το λαιμό του και τα αυτάκια του να ελέγξει. Η Αντρέα τώρα πρώτα είναι παιδίατρος κι ύστερα μάνα.

Έχω καταλάβει τι συμβαίνει, ξέρω, ακούω για το γείτονα στις συζητήσεις των γονιών μου τις βραδινές τις ώρες, όταν νομίζουν πως εγώ κοιμάμαι. Η μαμά δεν δέχτηκε ποτέ χρήματα κι ας τα είχαμε ανάγκη. Ο πατέρας μου είχε άλλη άποψη, αλλά το δέχονταν. Κουρασμένος, όχι απ’ την πολλή δουλειά, αλλά από το άγχος για το αύριο. Κάθε εβδομάδα κέρδιζε παράταση ζωής για την επόμενη, για κείνον και για μας. Ίσως αυτό το άγχος του ‘κοψε τα χρόνια της ζωής του.

Τώρα εκείνη ξεπέρασε τα όρια. Τα δουλεμένα χρήματα του πατέρα μου τα χάρισε στο γείτονα χωρίς κανένα δισταγμό. Πάλι παπούτσια δεν θα πάρω. Ποτέ δεν έφτασα τόσο κοντά στο κατάστημα. Ελπίζω την επόμενη φορά να καταφέρουμε να μπούμε μέσα.

Γύρισα στο σπίτι κλαμένη όσο άλλοτε ποτέ. Κι εκείνος ο θετός παππούς, που συγγένεια αίματος δεν είχαμε, αλλά μ’ αγάπησε όσο άλλος κανείς παππούς μια εγγονή, το κεφάλι έσκυψε, κοίταξε με οίκτο εμένα και με περιφρόνηση την κρύα αδίστακτη Γερμανίδα μάνα. «Τι κάνεις επιτέλους; Ταλαιπωρείς το γιο μου, κάνει δυο δουλειές κι εσύ δεν βγάζεις φράγκο. Ο γιος μου σε επέλεξε, δικό του το μαρτύριο. Το μικρό κορίτσι δεν σε διάλεξε ποτέ. Γιατί;» της είπε ο αναλφάβητος γερασμένος και ηλιοκαμένος πρόσφυγας του Πόντου.

Η Αντρέα δεν είπε λέξη. Έφυγε αγέρωχη, όπως ήταν πάντα, από το οπτικό του πεδίο. Το μεσημέρι στην αγκαλιά της με πήρε κι όταν αντίκρυσα τα όμορφα γαλανά της μάτια, είδα την απουσία του διαπεραστικού βλέμματος, που όταν σε κοίταζε επίμονα το ένιωθες να σε διαπερνά. Τώρα τα ματιά της ήταν υγρά, σπάνιο γι’ αυτό το τέρας ψυχραιμίας. «Όταν μεγαλώσεις, θα καταλάβεις…» μου είπε μόνο, με φίλησε στο κεφάλι κι όλο το μεσημέρι με χάιδευε όπως χαϊδεύουν οι αγγέλοι. Ένα χάδι που το χειμώνα είναι ζεστό και το καλοκαίρι σε δροσίζει. Ένα χάδι, βάλσαμο για την ψυχή ενός μικρού παιδιού.

Να το πω στον μπαμπά; Δεν το είπα, φοβήθηκα. Το είπε όμως η μαμά, όπως ακριβώς συνέβη. Και ήρθε ο μπαμπάς στο μικρό μου το δωμάτιο. Άνοιξε τη ντουλάπα και άρχισε σιγά-σιγά να βγάζει με ευλάβεια μερικά από τα ρουχαλάκια μου, μαζί και το μπλε μοντγκόμερι που μίσησα μικρή κι αγάπησα μεγάλη. Ο Ηλίας έκατσε δίπλα μου, έσκυψε και έπιασε με τον πιο τρυφερό τρόπο τα χεράκια μου, με τα μακριά του δάχτυλα που κληρονόμησα κι εγώ. «Αυτά είναι χαρισμένα από άλλους φτωχούς σε μας, για εσένα. Εσύ παπούτσια έχεις. Να ξέρεις όμως και να το θυμάσαι μια ζωή. Το παλτουδάκι σου ήταν δικό του χάρισμα…» Η φωνή του ήταν γλυκιά, δεν υπήρχε θυμός. Μου θύμισε λόγιο καλόγερο που μιλάει με πραότητα.

Αυτά θυμάμαι κι από αρρώστους χρήματα δεν τόλμησα ποτέ μου να δεχθώ. Αν το κάνω, θα πάψω να είμαι κόρη της.

Αντρέα σ’ αγαπώ…

Σου άρεσε;

Διάλεξε τα αστέρια που επιθυμείς!

Μέσος όρος 4.7 / 5. Σύνολο ψήφων: 18

Δεν υπάρχουν ψήφοι! Γίνε ο πρώτος που θα βάλει αστεράκια.

Βιτάλια Ζίμμερ

Η Βιτάλια Ζίμμερ γεννήθηκε στην Θεσσαλονίκη από Εβραίο πατέρα γεννημένο το 1943, διασωθέντα του ολοκαυτώματος. Η μητέρα της ήταν Βαυαρή από το Μόναχο, παιδίατρος στο λειτούργημα. Σπούδασε Ιατρική στην Νέα Υόρκη με την ειδικότητα Λοιμωδών Νοσημάτων / Επιδημιολόγου. Κατέχει διδακτορικό τίτλο από το ΜΙΤ στα μαθηματικά μοντέλα πανδημιών και εργάζεται στον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας επί σειρά ετών ως ελέγκτρια πρωτοκόλλων υγείας.
Είναι σύμβουλος υγείας της αεροπορικής εταιρείας Lufthansa και επισκέπτρια καθηγήτρια στην Ιατρική σχολή του Μονάχου, όπου διαμένει μόνιμα. Εργάζεται σε νοσοκομείο του Μονάχου εθελοντικά και είναι πρόεδρος ιδρύματος αποκατάστασης θυμάτων ενδοοικογενειακής βίας σε συνεργασία με την Αρχιεπισκοπή της Καθολικής Εκκλησίας της Βαυαρίας.
Είναι μητέρα δίδυμων κοριτσιών και ομιλεί την Ελληνική, Γερμανική, Ιταλική, Αγγλική, Εβραϊκή, Αραβική γλώσσα.