Γονάτισε μπροστά στην πόρτα του μικρού παρεκκλησιού. Έπεσε… Ο ήλιος πάνωθέ του ακίνητος, με ακτίνες – λόγχες να τον κεντά, α ΐ- Γιώργης λογχοφόρος, κι αυτός ένας πεσμένος, καταραμένος δράκοντας να προσπαθεί να ξεφύγει, μέσα στην ακινησία της ημέρας και του χρόνου, μέσα στην ακινησία του πόνου και της απόγνωσης. Έπιασε την ξύλινη, σαρακοφαγωμένη εξώπορτα και την έσπρωξε εξουθενωμένος. Ακούστηκε ένας στεναγμός, ένας ελαφρύς τριγμός και η πόρτα μισάνοιξε. Σύρθηκε μέσα και αναστέναξε με ανακούφιση, λυτρωμένος. Το μικρό παρεκκλήσι ήταν δροσερό, ίσως εκ κατασκευής, ίσως γιατί ήταν θεόκλειστο από καιρό και κρατούσε με ασφάλεια την πυρωμένη ζέστη έξω, για τους αμαρτωλούς, τους μη μετέχοντες, ένας μικρός κρυφός παράδεισος, προάγγελος του άλλου, του μεγαλύτερου, που αναγγέλλουν κρούοντας οι χαρμόσυνες καμπάνες της λαμπρής: «… θανάτω, θάνατον πατήσας…». Σύρθηκε έως το κέντρο του ιερού χώρου, το σώμα του σε αυτή την στάση, την ανευλαβή, την χοΐκή, την στα βδελυρά ερπετά προσήκουσα, ανατρίχιασε ηδονικά και κάνοντας υπερπροσπάθεια γύρισε ανάσκελα, άνοιξε τα χέρια στη διάσταση κι έκλεισε τα μάτια, ένας μικρός εσταυρωμένος, ή μάλλον, ένας μικρός σταυρός, ένα ανθρώπινο σύμβολο προαιώνιο, πάθους και αγώνα.
Αφουγκράστηκε στο δροσερό σκοτάδι, κρατώντας την αναπνοή του. Από μακριά ακούγονταν οι φωνές των ιχνηλατών που τον καταδίωκαν. Άνοιξε τα μάτια αλλά το αδυσώπητο φως που τον κανοναρχούσε τόσες ώρες, στην απέλπιδα προσπάθειά του να ξεφύγει από τους διώκτες τον είχε καταστήσει σχεδόν τυφλό, με δυσκολία διέκρινε το εσωτερικό του παρεκκλησιού και τον λειτουργικό διάκοσμό του. Το ημίφως άρχισε να θεραπεύει τα τυφλά του μάτια, οι φωνές ακούγονταν απειλητικότερες, σε λίγο θα τον ανακάλυπταν, αλλά δεν μπορούσε ή ίσως δεν ήθελε πια ν’ αναστυλωθεί και να προσπαθήσει να ξεφύγει, αφέθηκε έτσι, σταυρός και σταυρωμένος στο μικρό παρεκκλήσι, τον σκοτεινό του παράδεισο και Γολγοθά, «… ου γαρ οίδα…», το βλέμμα του περιέρχονταν, συστρέφοντας το κεφάλι, δεξιά κι αριστερά, άρχισε να παρατηρεί τις εικόνες των αγίων, πρώτα τις κοντινότερες, όσο η όραση του επανερχόταν τις πιο απόμακρες, άγιες και άγιοι ετοιμοπόλεμοι με πανοπλίες ή με ασκητική αυστηρότητα και κατήφεια ενδεείς, αυτός μούσκεμα, παστώνονταν στην άρμη των εκκρίσεων του, τα μάτια του έτσουζαν από τον ιδρώτα, δάκρυσαν, κοίταξε δίπλα του την εικόνα ενός αγίου να τον παρατηρεί επιτιμητικά, ξαφνικά το βλέμμα να ημερεύει, να γίνεται τρυφερό, γεμάτο κατανόηση και συμπάθεια. Πρόσεξε ή μάλλον ένιωσε την εικόνα να δακρύζει, αλλά φευ, τα δάκρια ήταν δικά του, σαν τη δίψα που τον είχε αιχμαλωτίσει και τον έκανε ν’ ακούει κι ακόμα χειρότερα να βλέπει πηγές και ρυάκια, παρθένες μέσα σε σκοτεινά δάση να τον καλούν σε μαιανδρικούς χορούς, έβλεπε σε κρυστάλλινα νερά την μορφή του, ίδιος Νάρκισσος να μαγνητίζεται, να θέλει να πνιγεί, να γλυτώσει, Θεέ μου, όχι από τους διώκτες , αυτού πια δεν τους φοβόταν, ο φόβος είχε αποσυρθεί μαζί με την αδιάκοπη πορεία, το κυνηγητό τόσων μηνών, αυτός που είχε καταντήσει ένα αγρίμι με θλιβερό, τρελό βλέμμα, βλέμμα γεμάτο εναγώνια οράματα, σαν την προσπάθεια της μέχρι τώρα ξέφρενης, κυνηγημένης πορείας του. Όσο ηρεμούσε, όσο η όρασή του αποκτούσε περισσότερη οικειότητα με το αγαπημένο πλέον ημίφως του παρεκκλησιού, τόσο γινόταν κι αυτός μέρος της εσωτερικής αρχιτεκτονικής και σιγά σιγά μέλος της υπέργειας ατμόσφαιρας, της μυσταγωγίας που υποβλητικά κυριαρχούσε στον χώρο. Οι φωνές των διωκτών του ακούγονταν πολύ κοντά τώρα, όταν πρόσεξε τη θλιβερή, ταλαιπωρημένη από τα χρόνια και μαυρισμένη από τους καπνούς των Αναστάσεων τοιχογραφία, εκεί στ’ αριστερά του, στο δεξί κλίτος, από την οροφή έως κάτω στο δάπεδο, άρχισε να την αποκρυπτογραφεί, ματαιόσπουδα, σα να ήταν το μόνο που του έμενε να κάνει, τραγελαφικά, σε τούτη την ώρα, την ύστατη της ζωής του, ένα περίεργο καταστραμμένο παζλ, που βάλθηκε ν’ ανασυνθέτει το όλον του κομμάτι – κομμάτι και μαζί παράλληλα, ή μάλλον όχι, όχι παράλληλα πάνω σε αυτήν την τοιχογραφία ν’ ανασυνθέτει την ίδια του τη ζωή, δημιουργώντας ίσως ένα ανίερο παλίμψηστο, αλλά πάλι ποιο παλίμψηστο δεν είναι ανίερο; Έτσι πρόσωπα, σκηνές της ζωής του αποτυπώνονταν στην τοιχογραφία, συναρμολογούσαν το καταστραμμένο ψηφιδωτό εκεί όπου έλειπαν κομμάτια και ταυτόχρονα συναρμολογούνταν από αυτό, στα κομμάτια της ζωής του που προσπαθούσε ν’ αφηγηθεί αλλά του έλειπαν, δεν τα θυμόταν και τότε έπαιρνε τα κομμάτια του ψηφιδωτού και τα ένωνε τ’ αρμολογούσε, ένα περίεργο, εξωπραγματικό αρμολόγημα.
Άνοιξε με πάταγο η πόρτα. Εισέβαλαν στο μικρό παρεκκλήσι, στάθηκαν ευλαβικά, έβγαλαν τα κράνη τους, απίθωσαν τα όπλα χάμω κι έκαναν τον σταυρό τους ιεροπρεπώς. Οι ξαφνικές ντουφεκιές δόνησαν την καυτή, πνιγερή ατμόσφαιρα. Τ’ αγριοπερίστερα πέταξαν τρομαγμένα. Οι σφαίρες που εξοστρακίστηκαν σημεία στίξης στο αδιαμόρφωτο παζλ χωρίς προτάσεις, λέξεις ή συλλαβές. Ψηφίδες λησμονημένης αφήγησης.






