Ήταν ζωγράφος προοπτικής… Νεκρωμένα πρόσωπα ζωγράφιζε σε προοπτική ζωής. Αδικοχαμένοι νέοι άνθρωποι ζωντάνευαν από τον χρωστήρα του, πήγαιναν στρατιώτες, παντρεύονταν, ενηλικιώνονταν και γερνούσαν στον καμβά του. Νέες μανάδες ή απαρηγόρητες γιαγιάδες οι πελάτες του. Καθώς έχαναν σε τρυφερή ηλικία τα βλαστάρια τους, προσπαθούσαν να τα ζωντανέψουν με την ψευδαίσθηση της τέχνης: Κατέφευγαν στον «ειδικό» ζωγράφο.
Ο Νώντας είχε άλλα όνειρα, αλλά βλέπεις η ζωή… Ο μπάρμπας του, μαρμαράς στα νεκροταφεία, τον φώναζε που και που να χρωματίσει κανένα επιτύμβιο άγαλμα, παραγγελία συνήθως πλούσιων πελατών κι εκεί μια μέρα καθορίστηκε η μοίρα του. Την ώρα που χρωμάτιζε, δουλειά μπογιατζή, τον πλησίασε μια μεσόκοπη, καλοντυμένη κυρία κι απόμεινε χάσκοντας δίπλα του. «Αχ! Τι ωραία που ζωγραφίζεται νεαρέ…» αναστέναξε φιλότεχνα «… μπορείτε να ζωγραφίσετε τον εγγονό μου;… σας παρακαλώ…». Ο ικετευτικά απελπισμένος τόνος της απρόσμενης πρότασης, έκαναν τον Νώντα να ντραπεί ν’ αρνηθεί και με μισή καρδιά ακολούθησε την πενθούσα γιαγιά. Έφθασαν σ’ έναν πλούσιο τάφο με λουλούδια, παιχνιδάκια και σκαλισμένα στιχάκια στο μάρμαρο. Μια τεράστια φωτογραφία ενός μικρού αγοριού, που κοιτούσε με απορία, δέσποζε στην κρύα ταφόπλακα. « Σας παρακαλώ…» κλαψούρισε η γηραιά κυρία «… θα σας πληρώσω καλά.» Ο Νώντας αμήχανα συμφώνησε. « Όμως…» πρόβαλε την ένστασή του «… δεν θα είναι τόσο πιστή η προσωπογραφία μου, σαν της φωτογραφίας.» Η κυρία εξανέστη. « Μα όχι, όχι, το αντίθετο θέλω! Ο Παυλάκης έχει δεκατρία χρόνια που μας άφησε. Τώρα θα τελείωνε το κολλέγιο. Θέλω να τον απεικονίσετε ντυμένο με την τήβεννο της αποφοίτησης». Ο Νώντας έκπληκτος έδειξε να διστάζει. « Σας παρακαλώ… σας ικετεύω…» ξέσπασε σε αναφιλητά η απαρηγόρητη γιαγιά κι έβγαλε από την τσάντα το μαντήλι της. Αφού σκουπίστηκε μέσα σε λυγμούς κι ενώ η τσάντα παρέμενε ανοικτή, ανέσυρε ένα μεγάλο πορτοφόλι το άνοιξε κι έβγαλε μια δεσμίδα. Το ποσό ήταν μυθικό για τη λιτή , στερημένη ζωή του Νώντα. Συμφώνησε. Έπειτα από εντολή της πελάτισσας του, ο Νώντας δούλεψε τον πίνακα εκεί στα μνήματα, πάνω από τον τάφο, μια που η κυρία Κούλα ήθελε καθημερινά ν’ απολαμβάνει με τις ώρες, πινελιά με πινελιά την ολοκλήρωση της παρήγορης αποφοίτησης του εγγονού της. Συνοδεία κλαμάτων και οιμωγών ο Νώντας ολοκλήρωσε το πορτραίτο. Ο μικρός Παυλάκης κοίταξε με χλευαστική απορία τον εαυτό του να κρατά ένα πτυχίο και να φορά την τήβεννο της αποφοίτησης. Η κυρία Κούλα λιποθύμισε. Έγινε σούσουρο μεγάλο.
Το νέο μαθεύτηκε αστραπιαία καθώς η κυρία Κούλα, καθημερινός θαμώνας του νεκροταφείου, γνωρίζονταν με όλες τις χαροκαμένες μανάδες και γιαγιάδες. Εξ άλλου η δημόσια επιτέλεση του έργου είχε τραβήξει βλέμματα γεμάτα ζωηρό ενδιαφέρον. Τώρα ο Νώντας δεν προλάβαινε, δεχόταν απανωτές παραγγελίες, είχε γίνει ο ναΐφ πορτρετίστας του νεκροταφείου. Ο αποκλειστικός. Οι πελάτισσες του, στην πλειοψηφία γυναίκες, τον είχαν εξουθενώσει με τις εξωφρενικές παραγγελίες τους: Κάποια ήθελε ν’ αναπαρασταθεί ο γιός της σαν διάσημος συγγραφέας: « Έγραφε καλές εκθέσεις» αιτιολόγησε, με μια πένα στο χέρι κι ένα τσιμπούκι στο στόμα, γεμάτος έμπνευση μπροστά στη λευκή σελίδα. Κάποια άλλη που είχε χαρίσει ένα παιχνίδι- βιολί στον εγγονό της κι εκείνος προτού φύγει άδοξα το κακοποιούσε με βιρτουόζικο οίστρο απαιτούσε να τον αναπαραστήσει καταξιωμένο βιολιστή, με φράκο, να παίζει σε μεγαλοπρεπή όπερα. Αλλά ο πιο δύσκολος πελάτης αποδείχτηκε ένας άντρας. Απαιτητικός, αλλά καλοπληρωτής.
Ο κύριος Μίμης είχε χάσει την μονάκριβη κορούλα του, την οποία λάτρευε με πάθος. Έκτοτε περιδιάβαινε ολημερίς, σκιά της απώλειάς του στα μνήματα. Δεν άργησε να σκοντάψει στο καβαλέτο του Νώντα. Από τότε έγινε ο εξοντωτικός του Μαικήνας. Τον κάλεσε στην έπαυλή του, όπου έμενε μόνος, μια που η γυναίκα του τον είχε εγκαταλείψει με το φάντασμα της κόρης του. Κλείστηκαν σ’ ένα μικρό δωμάτιο, το αποκάλεσε αίθουσα προβολών, όπου μια τεράστια οθόνη τηλεόρασης έπιανε σχεδόν ολόκληρο τον απέναντι τοίχο. Η πρώτη βιντεοταινία είχε τραβηχτεί σε μια παιδική, θεατρική παράσταση. Η αδικοχαμένη Αλεξάνδρα, υποδυόταν το αγγελούδι που προστάτευε το θείο βρέφος στη φάτνη. Η δεύτερη βιντεοταινία ήταν από μια αίθουσα , όπου διαδραματιζόταν η χρονιάτικη παρουσίαση κάποιας σχολής χορού από τους λιλιπούτειους χορευτές. Η Αλεξάνδρα ντυμένη μ’ ένα ριχτό κόκκινο φόρεμα, χόρευε προσηλωμένη στα βήματα της, ταγκό μ’ ένα συνομήλικο αγοράκι. Όταν τελείωσε η ταινία τα φώτα άργησαν ν’ ανάψουν, καθώς ο απελπισμένος πατέρας σφάδαζε με αναφιλητά. Όταν συνήλθε και σηκώθηκε οδήγησε τον καλλιτέχνη στο σαλόνι κι άνοιξε μια φιάλη κρασί. « Θα σας παραγγείλω δύο πορτραίτα, κύριε Νώντα. Το ένα θ’ απεικονίζει την Αλεξάνδρα να υποδύεται την Μήδεια στην Επίδαυρο. Το άλλο να χορεύει, πρώτη μπαλαρίνα, την λίμνη των κύκνων.» Ο Νώντας ήπιε μια γουλιά. Δεν αντέτεινε. « Είναι οι κορυφαίοι ρόλοι για μια γυναίκα» απόσωσε με θλιμμένο οίστρο ο οικοδεσπότης. «Θα τους παίξει η κόρη μου στην παλέτα σας, με την βοήθεια των πινέλων και των χρωμάτων σας». Έβγαλε το καρνέ των επιταγών κι έκοψε μια επιταγή. «Αυτή είναι η προκαταβολή. Όταν τελειώσετε, με το υπόλοιπο ποσόν που θα είναι τριπλάσιο από το αναγραφέν πάνω σε τούτη την επιταγή προφανώς θα είστε ελεύθερος ν’ ασχοληθείτε με αυτό που αγαπάτε». Πήρε την επιταγή χωρίς να την κοιτάξει και σηκώθηκε ευχαριστώντας τον κύριο Μίμη. Όταν έφτασαν στην εξώθυρα ο οικοδεσπότης του είπε σκεφτικός. « Και κάτι άλλο: παράκληση οι πίνακες να γίνουν στο ατελιέ σας και όχι στον τάφο. Τις φωτογραφίες της Αλεξάνδρας τις έχετε». Έκλεισε πίσω του η πόρτα και η ματιά του έπεσε στην επιταγή. Το νούμερο ήταν εξωφρενικό. Κόντεψε να λαλήσει ευτυχής…
Η φωτογραφία αποτυπώνει. Ο πίνακας αναπαριστά. Η φωτογραφία νεκρώνει τον χρόνο, στιγμιαία, ένα έμφραγμα αδιάγνωστο, καθόλου επικίνδυνο, αλλά όσο πληθαίνουν οι φωτογραφίες τόσο μικραίνει η ζωή. Ο χρόνος μας, αυτός ο ευαίσθητος ασθενής, έχει ανάγκη από αναπαραστάσεις, μεταγγίσεις αναμνήσεων. Όσο λιγότερος -ο χρόνος μας —τόσο σπάνιες, πανάκριβες και δυσεύρετες οι μεταγγίσεις λιγοστεύουν με γεωμετρική πρόοδο. Και τότε επαναφέρουμε τη σωτηρία των αναπαραστάσεων, αλλά – φευ!- εφευρίσκοντας τεχνητές, δυσπλασικές αναμνήσεις στο νεκρό σώμα της χαμένης τελεσίδικα ζωής επεμβαίνοντας. Η αναπαράσταση προσπαθεί ν’ αναστήσει, ν’ ανταλλάξει το νεκρό, χαμένο παρελθόν με μια αφήγηση συνέχειας φανταστική, αυθαίρετη και καταδικασμένη εκ των προτέρων. Γι’ αυτό και αναγκαία.
Τον βρήκαν οι πελάτισσες του απελπισμένες γιατί τον είχαν χάσει αιφνίδια. Τον αναζητούσαν εναγωνίως για να συνεχίσει την «ζωή» των αγαπημένων νεκρών βλασταριών τους. Πεσμένο μπρούμυτα μέσα στα χρώματα των συνθέσεων του, με τα πινέλο στο δεξί χέρι. Φορούσε μια μάσκα ανδρική, με αδρά, όμορφα, μεγαλοπρεπή χαρακτηριστικά. Η νεκροψία βρήκε ίχνη ισχυρού, άγνωστου δηλητήριου στο αίμα του. Έπειτα από αναζήτηση οι ειδικοί αποφάνθηκαν ότι η μάσκα απεικόνιζε το πρόσωπο του μυθικού Ιάσονα. Κανείς δεν αναγνώρισε στον πίνακα την Μήδεια που χαμογελούσε ικανοποιημένη, κρατώντας τα δύο της παιδιά στην αγκαλιά.






