ΓΡΑΦΕΙΝ

Τριαντάφυλλα

Σε είδα τυχαία σήμερα καθώς περνούσα απ’ το ανθοπωλείο. Ήθελα να πάρω κάτι τριαντάφυλλα να γεμίζουν τον χώρο με αρώματα, αφού από τότε που έφυγες είναι άδειος. Είσαι καλά; Πως τα πάνε οι γονείς σου; Μου έχουν λείψει τα γεμιστά της κυρίας Γλυκερίας, σχεδόν όσο και η ίδια. Και οι άσχετες ερωτήσεις του πατέρα σου πολύ με διασκέδαζαν, κι αυτές μου έλειψαν. «Τι ράτσα  σκύλο θα πάρετε μόλις μετακομίσετε μαζί; Καταλήξατε σε ποια πόλη θα σπουδάσετε; Πού θα πάτε τα παιδιά σας στις πρώτες τους διακοπές;»

Έκανε όνειρα για μας ο δόλιος. Κι εμείς κάναμε όνειρα, θυμάσαι; Μου έλειψαν τα καλοκαίρια στο εξοχικό σας που η μόνη έγνοια της μητέρας σου ήταν αν θα βρούμε χρόνο να πεταχτούμε από το camping μέχρι το σπίτι για να φάμε λίγο μαμαδίσιο φαγητό. Αλλά εμείς δεν σκεφτόμασταν τίποτα τότε, θυμάσαι; Υπήρξαν μέρες που δε βάλαμε μπουκιά στο στόμα, γιατί ήμασταν απασχολημένοι με το να κοιτάμε τα κύματα να σκάνε με φόρα στην άμμο. Με την ίδια φόρα που έτρεχα πάνω σου κάθε φορά που σε έβλεπα από την πρώτη στιγμή έως την τελευταία. Και όταν δεν αγναντεύαμε τα κύματα ο ένας πλάι στον άλλον, μετρούσαμε τα αστέρια κάτω από το φως που το φεγγάρι τόσο απλόχερα μας χάριζε. Ήταν αυτές οι ξέγνοιαστες στιγμές του καλοκαιριού που περνάνε σαν αστραπή από τα μάτια μας, όταν ξαπλώνουμε αγκαλιασμένοι με ένα πλήθος κουβερτών στον καναπέ και βλέπουμε μια μέτρια ταινία που τυχαία διαλέξαμε και το μετανιώσαμε αργότερα. Ήταν, τέλος πάντων, από τις στιγμές που σταματάει ο χρόνος. Είναι καλό να σταματάει ο χρόνος μια στο τόσο. Να αδειάζει το μυαλό και να γεμίζει η ψυχή. Αλλά τι να το κάνεις, περνάει κι αυτό γρήγορα, σαν εσένα που φουριόζος πέρασες τον δρόμο πριν προλάβω να γινώ αντιληπτή.

Δεν σε φώναξα γιατί ο ρυθμός της πόλης είναι πιο γρήγορος από τον δικό μου και δε θα προλάβαινες να με ακούσεις. Αλλά δεν πειράζει, στο κάτω κάτω γλιτώσαμε και οι δυο αυτή την άβολη ησυχία που θα επικρατούσε σ’ αυτήν την απόπειρα συζήτησης. Χαίρομαι που δεν μπήκαμε σ’ αυτήν τη διαδικασία, δεν είμαστε για τέτοια. Πέρασε καιρός από εκείνες τις στιγμές που νιώθαμε τόσο ζωντανοί, θυμάσαι; Σε θυμάμαι να μου λες πως θα κρατήσει για πάντα. Μα η ανάμνηση αυτή με το πέρασμα του χρόνου ξεθωριάζει σαν τις φωτογραφίες μας,  που στέκουν σε μια στοίβα σ’ ένα συρτάρι στην αποθήκη σχεδόν δίχως τίποτα να δείξουν, δίχως κανέναν σκοπό. Και εγώ αναπολώ και αναρωτιέμαι αν έχει καταφέρει ποτέ κανείς αυτό το για πάντα που τόσο χαρακτηριστικά σε θυμάμαι να μου υπόσχεσαι.

Σου άρεσε;

Διάλεξε τα αστέρια που επιθυμείς!

Μέσος όρος 5 / 5. Σύνολο ψήφων: 2

Δεν υπάρχουν ψήφοι! Γίνε ο πρώτος που θα βάλει αστεράκια.

Σοφία Ταγκαλίδου

Μέλος της μαθητικής συγγραφικής ομάδας Teenγραφείς