Ήταν στο λιβανοκαπνισμένο, σαν στο «Κύριε εκέκραξα προς Σε» λιακωτό, ‘μπρος στην μπαλκονόπορτα, αμούστακο ακόμη, μ’ ανάστροφες τις παλάμες, κοίταγες προς στον Ξερό, στην αποβάθρα, τη θάλασσα. Ίσως και κάπου που δεν είχαμε φθάσει. Να ‘χες κιόλας πιάσει τον λεωφορείο για τον Ασκά, την οδό Ανεξαρτησίας της Λεμεσού, το πίσω δρομάκι στο πλατύ Αγλαντζιάς.
Ίσως να ‘θελες να νιώσεις σαν τους στητούς τεντωμένους στρατεμμένους ήλιους στο ξωπόρτι του Αρκοντομελή.
Άλλο και τούτο. “Εν τρείς φορές που ετραβηχτήκαν πριν λεηλατήσουν τ’ αρκοντικό. Ήτουν το φως; Ήτουν η πυρρά της μέρας;” κι έβλεπα στα μάτια του, την πύρινη ρομφαία έξωθεν της Εδέμ. Αυτός, ο επιστάτης, ο Αγησίλαος, που νύχτα μάλιστα, με ‘να πυρρούμενο άρμα -εντάξει, πήρε φωτιά το βολκσβάγκεν του- ‘κίνησε για τα ψηλά. Για δες σύμπτωση, ανήμερα στα εννιάμερα του κυρίου του, 21 Αυγούστου του 1977.
Γλωσσάρι
Αρκοντικό = αρχοντικό
Εν = είναι
Ετραβηχτήκαν = τραβήχτηκαν
Ήτουν = ήταν
Πυρρά = πολλή ζέστη






