ΓΡΑΦΕΙΝ

Η ευτυχία είναι στο χέρι σου

Είχε γίνει επίσημα 18 χρονών η Αριάδνη πλέον.  Πλησίαζε ο καιρός που θα έδινε πανελλήνιες και το άγχος της γινόταν ολοένα και εντονότερο. Δεν ήταν αποφασισμένη  ακόμη για το τι θέλει να κάνει στη ζωή της. Βάδιζε στα τυφλά. Όσες φορές και αν προσπάθησε να βρει τις κλίσεις της, συνέχιζε να έχει αμφιβολίες για το αν πραγματικά της ταιριάζει αυτό που τελικά επέλεξε, δηλαδή να γίνει στρατιωτικός.

Μεγαλωμένη σε μια χωρισμένη οικογένεια, όπου από μικρή έμαθε να επιβιώνει μόνη της κι ο εαυτός της να είναι το μοναδικό της στήριγμα σε όλες τις δύσκολες στιγμές, δεν περίμενε από κανέναν να σταθεί δίπλα της σε αυτήν την δύσκολη χρονιά των πανελληνίων. Υπήρξαν πολλές φορές που αναρωτιόταν πώς πραγματικά είναι να υπάρχει κάποιος που να ενδιαφέρεται για εσένα και να είναι δίπλα σου ανεξαρτήτως των συγκυριών. Παρόλα αυτά, ορκίστηκε στον εαυτό της να τα καταφέρει. Ήθελε να αποδείξει πως είναι πραγματικά ικανή και δεν χρειάζεται κανέναν. Άλλωστε, δεν ήταν εντελώς τυχαίο και το επάγγελμα που επέλεξε. Ο καιρός περνούσε γρήγορα. Είχαν μείνει μόνο δύο μήνες, προτού δώσει εξετάσεις.

Προσπαθούσε να κρατήσει την ψυχραιμία της, αλλά ένιωθε έντονα την ανάγκη να μιλήσει σε κάποιον για όλα αυτά που αντιμετώπιζε τόσο καιρό μόνη της και να της πει ότι πιστεύει σε αυτήν. Έτσι, αποφάσισε να επισκεφτεί την γιαγιά της. Ήταν η μόνη με την οποία περνούσε τον περισσότερο χρόνο της από τότε που χώρισαν οι γονείς της, για να απαλύνει τον πόνο της. Πάνε χρόνια που είχε να τηδει λοιπόν. Όταν έφτασε στο σπίτι της, η γιαγιά της την υποδέχτηκε με μια μεγάλη ζεστή αγκαλιά. Ούτε που θυμόταν πότε ήταν η τελευταία φορά που κάποιος την αγκάλιασε. Αφού πέρασε η ώρα και είπανε τα δικά τους, στο τέλος η Αριάδνη άρχισε να της μιλάει για όλα τα προβλήματα που κουβαλάει μόνη της τόσα χρόνια μετά τον χωρισμό των γονέων της, και την πλήρη αδιαφορία τους για το ό,τι δίνει εξετάσεις.

Δεν χρειάστηκε να πει περισσότερα. Η γιαγιά πήγε στην κουζίνα και επέστρεψε με ένα ποτήρι γεμάτο νερό και ένα άδειο. Της τα έδωσε και της είπε: «Το άδειο ποτήρι θα το κρατήσεις για πέντε λεπτά στο χέρι σου και το άλλο ώσπου να φύγεις».  Αφού πέρασαν τα πέντε λεπτά άφησε το άδειο ποτήρι και συνέχισε να κρατάει το άλλο. Όσο περνούσαν τα λεπτά, το χέρι της άρχιζε να πονάει και δεν άντεχε να το κρατάει άλλο.

«Γιατί το κάνεις αυτό γιαγιά; Για ποιόν λόγο πρέπει να κρατάω ένα ποτήρι τόση ώρα στο χέρι μου;» την ρώτησε. Η γιαγιά τότε της απάντησε: «Αυτό που θέλω να σου δείξω με όλο αυτό είναι, πως, μέχρι να πεθάνουμε θα χρειαστεί να αντιμετωπίσουμε κάθε λογής προβλήματα. Το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι το ίδιο το πρόβλημα, αλλά η στάση που κρατάμε απέναντι σε αυτό. Δεν μπορείς να κουβαλάς όλα τα προβλήματα του παρελθόντος τόσο καιρό, γιατί όπως το χέρι σου με το ποτήρι, έτσι ακριβώς και η ψυχή σου πονάει εκούσια. Είναι απαραίτητο να είσαι δυνατή στην ζωή σου και να εκφράζεις στους άλλους ό,τι σε απασχολεί. Είμαι πολύ περήφανη για το επάγγελμα που επέλεξες, διότι είμαι σίγουρη πως θα σκληραγωγηθείς ακριβώς όπως πρέπει και θα αποδείξεις στον εαυτό σου ότι μπορείς να κάνεις τα πάντα αν πραγματικά το θέλεις».

Μόλις άκουσε όλα αυτά τα λόγια η Αριάδνη, δάκρυσε και την αγκάλιασε με όλη της την δύναμη. Της έδωσε ακόμα περισσότερα κίνητρα για να συνεχίσει να προσπαθεί. Μόλις γύρισε σπίτι, έφαγε και κατευθείαν πήγε να διαβάσει. Είχε συνεχώς τα λόγια της γιαγιάς  της σαν γούρι στο μυαλό της. Μετά από λίγες ημέρες, έφτασε η στιγμή που έδινε το πρώτο μάθημα. Είχε ελάχιστο άγχος πλέον. Ήταν πολύ χαρούμενη και ένιωθε έτοιμη να πετύχει τους στόχους της.

Αφού τελείωσαν οι πανελλήνιες έχοντας καταβάλει όλες τις σωματικές και πνευματικές της προσπάθειες, την πήρε η γιαγιά της τηλέφωνο να τη ρωτήσει πώς τα πήγε. Η Αριάδνη της είπε πως είναι πολύ ικανοποιημένη με την προσπάθεια της και αισθάνεται πως οι κόποι της θα αποδώσουν, οπότε περιμένει το τελικό αποτέλεσμα. Το καλοκαίρι άλλαξε ριζικά όλη της η ζωή. Άρχισε να βγαίνει, γνώρισε παρέες και δεν ήταν πια η κοπέλα που ήταν κλεισμένη στον εαυτό της. Όταν γύρισε από τις καλοκαιρινές διακοπές με την παρέα της, είχαν βγει τα αποτελέσματα των εξετάσεων. Και μαντέψτε! Δεν μπορούσε να πιστέψει στα μάτια της όταν είδε πως πέρασε στην πρώτη της επιλογή. Πετούσε κυριολεκτικά από την χαρά της. Πλέον είχε ανθρώπους να την συγχαίρουν για το ανδραγάθημά της. Μπορεί να πέρασε δύσκολα, αλλά ό,τι δεν σε σκοτώνει σε κάνει πιο δυνατό. Αυτή ήταν η άποψη που είχε υιοθετήσει πλέον.

Προτού παρουσιαστεί στην σχολή της λοιπόν, έκανε ένα τατουάζ σε ένα διακριτικό μέρος, με τα εξής λόγια: «Πίστεψε ότι μπορείς και είσαι ήδη εκεί». Ίσως η μοίρα τελικά τη διάλεξε για να της μάθει κάτι πολύ σημαντικό- το νόημα του πόνου, της θλίψης και την ομορφιά τους.

Σου άρεσε;

Διάλεξε τα αστέρια που επιθυμείς!

Μέσος όρος 5 / 5. Σύνολο ψήφων: 6

Δεν υπάρχουν ψήφοι! Γίνε ο πρώτος που θα βάλει αστεράκια.

Αναστασία Μπαλτζή

Μέλος της μαθητικής συγγραφικής ομάδας Teenγραφείς