ΓΡΑΦΕΙΝ

Ο φόνος

Δε βγαίνω πλέον πολύ έξω. Ίσα ίσα για τα απαραίτητα, για την μισάωρη βόλτα μου που συνήθισα να κάνω εδώ και σαράντα χρόνια. Μια μισάωρη βόλτα, πάνε έλα, πάνε έλα στο προαύλιο του κτιρίου, τώρα την κάνω στο δρόμο μετρώντας τα βήματά μου. 507. Ούτε ένα παραπάνω, ούτε ένα λιγότερο. Όταν συμπληρώσω τον αριθμό τους γυρνάω γρήγορα στο δωμάτιο που μου παραχώρησε η αδελφή μου. Εκεί κλείνομαι στο κελί μου και μένω μόνος, μέχρι το επόμενο πρωινό. Την ίδια ώρα, τα ίδια βήματα, ίδιος ο δρόμος, ίδιο το προαύλιο.

Μου δίνει ένα πιάτο φαγητό, δε μιλάμε, ίσα που βλεπόμαστε. Το βλέμμα της κενό σαν με κοιτάει. Δεν παντρεύτηκε. Είναι η Μαρία, η αδελφή του φονιά.

Μόνο ο Ρόκυ, το μικρό εγκαταλελειμμένο κουτάβι που υιοθέτησε όταν το βρήκε μισοπεθαμένο στα δεκαπέντε του, δεν τον απογοήτευσε ποτέ. Μαζί μοιράστηκαν πολλά παιχνίδια, αμέτρητες αγκαλιές, χαρούμενες ανέμελες στιγμές.

Και άφησε την τελευταία του πνοή όταν τον είδε λυπημένο χωρίς την όμορφη στολή του, να τον παίρνουν από μπροστά του με τη βία, βρίζοντάς τον και περιγελώντας τον.

Η Ρεβέκα, ο έρωτάς μου, η γυναίκα που με πρόδωσε. Όταν υπηρετούσα ως Ταξίαρχος στο Στρατό και είχα υπηρεσία, έβγαινε μαζί του τα βράδια. Μου το είπαν. Το έμαθα. Ένιωσα την υπόληψή μου να χάνεται σαν με κοιτούσαν υποτιμητικά περιμένοντας να κάνω κάτι για να ξεπλύνω την αντρική τιμή μου. Πήγα να το εξακριβώσω. Το υπηρεσιακό μου όπλο το πήρα μαζί μου, αν και είχα άδεια.

Τους είδα αγκαλιά οι δυο τους στον έρημο δρόμο, εκεί που βρίσκουν καταφύγιο τα παράνομα ζευγάρια. Στον έρημο χωματόδρομο, λίγα μέτρα από τη φουρτουνιασμένη θάλασσα.

Ο αέρας ήταν παγωμένος, το μισοσκόταδο τους τύλιγε ενοχικά. Είχαν στρωμένες εφημερίδες στο χώμα και τα κορμιά τους ημίγυμνα πάλλονταν από ηδονή. Η βαριά ανάσα τους τρυπούσε τα αυτιά μου και χωνόταν με δύναμη στο κεφάλι μου. Ένιωθα να χάνω το μυαλό μου.

Έβγαλα το υπηρεσιακό μου περίστροφο από την τσέπη της καμπαρντίνας μου και πλησίασα. Το περίστροφο τον σημάδεψε στην καρδιά, στο κεφάλι, αν ήταν δυνατόν σ΄ όλο του το σώμα.

Το κεφάλι του έπεσε βαρύ στο στήθος της. Το αίμα κυλούσε αργά στο ημίγυμνο κορμί της. Η Ρεβέκκα τρομαγμένη, γεμάτη απόγνωση και πόνο κοίταξε γύρω της.

Γέμισα ικανοποίηση όταν η ματιά της διασταυρώθηκε με τη δική μου. Νιώθαμε τα ίδια συναισθήματα, είμασταν οι δυο μας, μας ένωνε η απόγνωση και η ενοχή.

Η μοίρα μας ήταν κοινή πια. Τίποτα δεν μπορούσε να μας χωρίσει.

Ο καθένας μόνος του μετρούσε σχολαστικά τα δικά του βήματα στο ρυθμό της ενοχής και της απόγνωσης.

Σου άρεσε;

Διάλεξε τα αστέρια που επιθυμείς!

Μέσος όρος 4.5 / 5. Σύνολο ψήφων: 10

Δεν υπάρχουν ψήφοι! Γίνε ο πρώτος που θα βάλει αστεράκια.

Βέτα Χρυσοπούλου

Η Ελισσάβετ Χρυσοπούλου γεννήθηκε και ζει στην Καλαμαριά. Aπό μικρή της άρεσε να ξεδιπλώνει τις σκέψεις της στο χαρτί. Έχει εκδώσει την ποιητική συλλογή "Θάλασσα" (Εκδόσεις Μολύβι). Ακολουθεί και η δεύτερη ποιητική συλλογή "Συναισθήματα". Γράφει μικροδιηγηματα και παρακολουθεί μαθήματα δημιουργικής γραφής.