ΓΡΑΦΕΙΝ

Θόρυβος

Κάθε φορά που στενοχωριόταν πήγαινε στο σταθμό των τραίνων και καθόταν στο πράσινο παγκάκι με ένα μαύρο σακ βουαγιάζ στο χέρι. Έδινε την εντύπωση του ταξιδιώτη.

Το σπίτι του δεν απείχε πολύ από τον σταθμό. Ο θόρυβος που έκαναν καθώς έτρεχαν στις ράγες έφθανε στα αυτιά του και του κρατούσε συντροφιά.

Κι όταν η μοναξιά γινόταν αφόρητη, τότε πήγαινε κοντά τους.

Του άρεσε τόσο πολύ να τα βλέπει να τρέχουν επάνω στις ράγες με τους ταξιδιώτες καθισμένους στα βαγόνια!

Φανταζόταν τότε ότι όλοι αυτοί οι ταξιδιώτες που ταξίδευαν με τα αγαπημένα του τρένα ήταν όλοι φίλοι του.

Μα τι άλλο θα μπορούσαν να είναι τη στιγμή που ταξίδευαν με τα δικά του τρένα; Με τα τρένα που ήταν η καθημερινή του συντροφιά; Ο θόρυβος τους που τον συντρόφευε και του έδινε την ψευδαίσθηση ότι δεν είναι μόνος, ότι έχει τα τρένα που είναι γεμάτα  πάντα με κόσμο.

Κι έτσι κάθε μέρα πήγαινε, καθόταν στο παγκάκι και ταξίδευε στα βαγόνια του.

Σήμερα προτίμησε την πρώτη θέση. Εκεί πάντοτε ήταν πιο ήσυχα. Μοναχικά βέβαια αλλά σίγουρα πιο ήσυχα. Κι αυτός ήθελε την ησυχία του. Δεν άντεχε αυτόν τον συνεχή θόρυβο των τρένων μερικές φορές. Τον είχε από τη μια ανάγκη για να μη νιώθει μοναξιά, αλλά συγχρόνως τον κούραζε. Ναι έπρεπε να το ομολογήσει, δεν ήταν και η καλύτερη παρέα. Αλλά τον προτιμούσε από τη μοναξιά.

Στο βαγόνι μπήκε μια γυναίκα τυλιγμένη με πέπλο γοητείας. Κάθισε στην απέναντι θέση δίπλα στο παράθυρο.

Δεν είχε κάτι ιδιαίτερο το πρόσωπο της, ωστόσο ήταν πολύ ελκυστικό. Φανταζόταν ότι καθόταν δίπλα του και του χάιδευε τρυφερά το πρόσωπο, τα μαλλιά. Κατόπιν έσκυψε και τον φίλησε στοργικά. Μπερδεύτηκε, αφέθηκε στη γαλήνη της αγκαλιάς της, στο στοργικό χάδι της, μπέρδεψε τη μορφή της με τη μορφή της μάνας του, κατόπιν η γυναίκα τον αγκάλιασε και κούρνιασε στην αγκαλιά του. Ένιωσε χαρούμενος και την καρδιά του να χτυπάει δυνατά και για μια στιγμή πίστεψε ότι είχε στην αγκαλιά του τη γυναίκα του, τη γυναίκα που αγάπησε και την έχασε πριν χρόνια σ’ ένα ατύχημα στις γραμμές του τρένου.

Τώρα η λύπη τον πλημμύρισε και η  γυναίκα έπαψε να τον χαϊδεύει ,έπαψε να τον φιλά, τον είχε εγκαταλείψει.

Πανικόβλητος κατέβηκε στον πρώτο σταθμό.

Βιαζόταν να γυρίσει σπίτι του, να παραδοθεί στη γνώριμη παρέα του θορύβου τους. Κι ας τον ενοχλούσε, κι ας τον κούραζε!

Σημασία είχε ότι δεν ένιωθε μόνος!

Σου άρεσε;

Διάλεξε τα αστέρια που επιθυμείς!

Μέσος όρος 4.5 / 5. Σύνολο ψήφων: 10

Δεν υπάρχουν ψήφοι! Γίνε ο πρώτος που θα βάλει αστεράκια.

Βέτα Χρυσοπούλου

Η Ελισσάβετ Χρυσοπούλου γεννήθηκε και ζει στην Καλαμαριά. Aπό μικρή της άρεσε να ξεδιπλώνει τις σκέψεις της στο χαρτί. Έχει εκδώσει την ποιητική συλλογή "Θάλασσα" (Εκδόσεις Μολύβι). Ακολουθεί και η δεύτερη ποιητική συλλογή "Συναισθήματα". Γράφει μικροδιηγηματα και παρακολουθεί μαθήματα δημιουργικής γραφής.