Έκανα ό,τι μπορούσα. Το σκοτάδι που είχε σκεπάσει το Μιλάνο, μετά βίας μου επέτρεπε να διακρίνω την μορφή του μαυροφορεμένου άντρα. Ευτυχώς, τον πρόδωσαν η εξασθενημένη από το τρέξιμο ανάσα του και τα έντονα χρώματα του πίνακα, που είχε σφιχταγκαλιάσει με μανία. Του πολυτιμότερου πίνακα του μουσείου.
Έχει περάσει μόλις μια εβδομάδα από την πρόσληψή μου στη θέση του φύλακα και σε καμία περίπτωση δεν είχα σκοπό να αφήσω κανέναν να κλέψει οτιδήποτε από το μουσείο κατά τη βάρδια μου. Έτρεξα όσο μπορούσα. Από ένα σημείο και μετά ένιωθα τα πόδια μου να κόβονται και ο κλέφτης άρχισε να απομακρύνεται επικίνδυνα. Όταν τα είδα σκούρα, έβγαλα το όπλο. Του έριξα στο πόδι, αλλά η σφαίρα πέρασε ξυστά τη γάμπα του. Έπειτα μπήκε σε ένα αμάξι. Κίτρινο, αν δεν απατώμαι, χωρίς πινακίδες. Και έτσι απλά, έφυγε. Σας το ορκίζομαι, έβαλα όλη μου την δύναμη. Τι λες; Πειστικό δεν είναι; Ο δύσμοιρος φύλακας του μουσείου, ήρθε αντιμέτωπος με έναν καλά οργανωμένο εγκληματία, και αφού κατέβαλε κάθε προσπάθεια να φανεί αντάξιος των καθηκόντων του, απέτυχε… Ε, θα αρχίσω να κλαίγομαι και λίγο, και όλα μέλι γάλα.
-Ρε, συ δε θα μας πιστέψουν. Ολόκληρος φύλακας, δεν μπόρεσες να διακρίνεις πρόσωπο, ούτε να προλάβεις κάποιον που τρέχει με έναν ογκώδη πίνακα στις πλάτες;
-Αχ, δεν μπορώ να τα εξηγώ εκατό φορές. Γι’ αυτό θα γίνει βράδυ. Θα πω ότι όταν σε πήρα χαμπάρι, είχες ήδη διανύσει μια σημαντική απόσταση, δεν υπήρχαν και πολλά φώτα… Κάπως έτσι, θα με αφήσουν ήσυχο και λίγες μέρες μετά, εγώ και ο αγαπημένος μου αδερφός, θα ταξιδεύουμε για Αργεντινή. Με εισιτήρια χωρίς επιστροφή, έναν πίνακα ανεκτίμητης αξίας, και μια ευκαιρία για ξέγνοιαστη ζωή.






