ΓΡΑΦΕΙΝ

Μια απρόσμενη νύχτα

Άνοιξε τα μάτια της. Δίπλα της καθόταν η μητέρα της. Της κρατούσε το χέρι. Η Άννι αντιλήφθηκε ότι η μητέρα της έκλαιγε.

«Τι συνέβη;», σκέφτηκε. «Μαμά;», ψιθύρισε με όλη της τη δύναμη. Η μητέρα της την κοίταξε και άρχισε να κλαίει ακόμη περισσότερο από την χαρά της που η Άννι είχε επιτέλους συνέλθει.

«Αγάπη μου, είσαι καλά; Πώς αισθάνεσαι;», την ρώτησε. Η Άννι δεν θυμόταν τίποτα. Η μητέρα της άρχισε να διηγείται στην κόρη της τι συνέβη. «Πριν μια εβδομάδα, είχες κανονίσει να βγεις έξω με τους φίλους σου. Ήρθε να σε πάρει από το σπίτι η Έμα. Αποχαιρετήσατε εμένα και τον πατέρα σου και φύγατε. Οι ώρες περνούσαν, εσύ όμως δεν είχες εμφανιστεί. Σε παίρναμε τηλέφωνο με τον πατέρα σου. «Ο συνδρομητής που καλέσατε έχει πιθανόν το τηλέφωνό του απενεργοποιημένο». Ανησυχήσαμε παρά πολύ.

Αρχίσαμε να τηλεφωνούμε στους φίλους σου. Πρώτα στον Στέλιο ο οποίος μας είπε ότι γύρισε νωρίς σπίτι του και δεν πρόλαβε να σε δει. Στην συνέχεια, στον Αλέξη. Ο Αλέξης γύρω στη μία  γύρισε σπίτι του και προσφέρθηκε να σε συνοδεύσει αλλά εσύ του είπες ότι θα γυρνούσες σε λίγο με την Έμα. Ηρεμήσαμε λίγο, επειδή οι φίλοι σου μας είπαν να μην ανησυχούμε και ότι πιθανόν έκλεισε το κινητό σου από μπαταρία. Ήταν πλέον τρεις τα ξημερώματα. Δεν είχαμε ίχνος επικοινωνίας.

Καλέσαμε την Έμα η οποία είχε επίσης το κινητό της απενεργοποιημένο. Τρομαγμένοι τηλεφωνήσαμε στους γονείς της οι οποίοι μας ενημέρωσαν ότι η Έμα είχε γυρίσει σπίτι αρκετές ώρες πριν. Ανήσυχοι και εκείνοι πλέον ξυπνήσανε την Έμα και μας την έδωσαν στο τηλέφωνο. Εκείνη αγχωμένη μας πληροφόρησε: «ο Αλέξης και ο Στέλιος έφυγαν νωρίς. Έμεινα εγώ με την Άννι και κατά τις μιάμιση αποχαιρετιστήκαμε για να γυρίσουμε σπίτια μας».

Εσύ όμως δεν είχες γυρίσει ακόμα. Δεν ξέραμε τι να κάνουμε. Ο πατέρας σου βγήκε έξω να σε ψάξει κι εγώ ήμουν σπίτι και συνέχιζα αδίκως να σου τηλεφωνώ. Όταν είχε πλέον ξημερώσει, ο πατέρας σου γύρισε σπίτι αλλά εσύ πουθενά. Πήγαμε στην αστυνομία. Έπρεπε να περιμένουμε 48 ώρες για να δηλώσουμε εξαφάνιση. Αφού πέρασαν οι 48 ώρες δηλώσαμε εξαφάνιση. Σε παίρναμε τηλέφωνο, βγήκαμε έξω να σε ψάξουμε, ρωτούσαμε τον κόσμο αν σε είχε δει, τσεκάραμε τις κάμερες από μαγαζιά για να δούμε αν φαίνεσαι.

Μετά από τέσσερις μέρες η αστυνομία μάς ειδοποίησε ότι σε βρήκαν σε ένα εγκαταλελειμμένο κτίριο. Με την ψυχή στο στόμα φτάσαμε στο νοσοκομείο, όπου σε είχαν μεταφέρει. Οι γιατροί μάς βεβαίωσαν ότι θα γίνεις καλά…». Δακρυσμένη η Άννι αγκάλιασε την μητέρα της και της υποσχέθηκε ότι δεν θα ξαναγυρίσει ποτέ τόσο αργά μόνη στο σπίτι.

Καθώς οι μέρες περνούσαν η Άννι καλυτέρευε ψυχικά και σωματικά. Έφυγε από το νοσοκομείο και γύρισε σπίτι της. Άρχισε να θυμάται πλέον τι συνέβη. Λίγες μέρες αργότερα η κατάθεση της Άννι στην αστυνομία θα οδηγούσε τον απαγωγέα της πίσω από τα σίδερα της φυλακής, εκεί όπου ανήκουν όσοι κλέβουν την αθωότητα από τα νεανικά σώματα και τις εφηβικές ψυχές.

Σου άρεσε;

Διάλεξε τα αστέρια που επιθυμείς!

Μέσος όρος 0 / 5. Σύνολο ψήφων: 0

Δεν υπάρχουν ψήφοι! Γίνε ο πρώτος που θα βάλει αστεράκια.

Χριστίνα Λιάκου

Μέλος της μαθητικής συγγραφικής ομάδας Teenγραφείς