ΓΡΑΦΕΙΝ

Όλα θα άλλαζαν

Άνοιξε την πόρτα του μπάνιου η Ρένα και βρήκε να στέκεται γυμνή, μπρος τον καθρέφτη η Μάγδα. Η Μάγδα που ατένιζε τις ακόμη σφικτές γραμμές του κορμιού της, ενώ οι στάλες ακατάπαυστα, ρυθμικά, έπεφταν στο πάτωμα. Ευθύς, η Ρένα της έριξε μια πετσέτα. Την ζύγωσε και σαν την ακούμπησε στο δεξί ώμο, έπαιξαν τα φρύδια˙ «Δεν ταιριάζει ο φόβος στον έρωτα» και βασίλεψε η θωριά της Μάγδας για κάτι δευτερόλεπτα.

Δεν μπορούσε να καταλάβει, να ζυγιάζει τούτο που ΄νιωθε για τον Λυσσίμαχο. Ο Λυσσίμαχος απ’ τα Βαρώσια με το αραιό του γένι και τα μαύρα, μπιρμπιλωτά, μάτια. Σαν σε μυθιστόρημα και η γνωριμία του με την Μάγδα. Στη στάση για το δρομολόγιο Λευκωσία-Λάρνακα. Της άλλαξε το χαρτονόμισμα για το εισιτήριο πήγαινε-έλα˙ αντάλλαξαν απ’ ένα σφιγμένο χαμόγελο˙ και έξι μήνες τώρα, στα στενά της παλιάς Λευκωσίας, παλεύουν να χτίσουν έναν έρωτα. Μα είν’ έρωτας ή ανάγκη να πνίξει την μοναξιά; Δεν ήξερε. Δεν πίστευε πως μετά από τον Τάσο, το στεφάνι της, θα ξανάσμιγε μ΄ άλλον άντρα.

Σιμά στον Τάσο, μήτε γνώρισε αυτό που λέμε ανασφάλεια –κυρίως οικονομική- μα μήτε ξαλάφρωσε η σάρκα απ’ την επιθυμία. Τα βράδια, βούρκωνε το βλέμμα. Την ελεημοσύνη που ΄νιωθε για αυτόν δεν την βαστάγανε τα σωθικά. Δεν του άξιζε -χάρις σ’ αυτόν φτιάχτηκε ο βενιαμίν της φαμίλιας, στη Γερμανία του 60΄- μονάχα το ευγενικό χάδι και το φιλί στα μάγουλα. Τα μάγουλα, μαζεύτηκαν˙ σούρωσαν˙ μάραναν˙ σαν έσβησε η μάνα του απ’ τη ξιχασιά. Είχε για τα καλά θρονιαστεί ένα αινιγματικό μειδίαμα στα χείλια. Κείνο το μειδίαμα αντίκρυσε και ο περιπτεράς, τη στιγμή που ξεψύχησε στο αυτοκινητιστικό δυστύχημα, ανήμερα του Αποστόλου Ανδρέα. Ήταν ολοφάνερο πως είχε συμφιλιωθεί πολύ νωρίτερα με την ιδέα. Σκλάβος της δικής του μοναξιάς.

Απ’ το βάρος της μοναξιάς της, την αλάφρωνε κάπως η Ρένα. Η Ρένα που στάθηκε στην Μάγδα πιότερο και από μάνα, ειδικά μετά τις φασαρίες του 64΄. Η Ρένα, που κι αυτή, μετά το 67΄, δεν ξανάδε τον Σεφκί της στη γειτονιά. Πώς να λησμονήσει τα ανατρεμάμενα του χέρια στις χούφτες της, σαν μάθανε πως κάηκαν όλα; Ώρες, ώρες, αντιλαλεί ακόμη το “şimdi her şey başlad” και πως να ξεχάσει κείνο το καλοκαίρι που ΄γινε βαρυχειμωνιά –και πότες θ’ ανθίζει η μυγδαλιά;- Γυρεύει, ποθάει, κι αυτή να ανέβει ένα δάκρυ στα μάτια από χαρά.

Μια θολή λάμψη απλώθηκε στα ελαφίσια μάτια της Μάγδας, σαν η Ρένα της σφόγγιξε την κοιλιά με την πετσέτα. «Απ΄αυτήν την αγάπη θα πιάνεσαι ό,τι κι αν φέρει η Μοίρα» της ψιθύρισε, και ευθύς η Μάγδα έδεσε προσεκτικά την γαλάζια της μπουρνούζα. Χτενίζοντας πια τα κυματιστά της μαλλιά˙ έπιασε ΄κείνο το παραπονιάρικο νανούρισμα που της σιγόψελνε κάποτε η μάνα ενώ η Ρένα άναψε την τσαγιέρα. Το ξέρανε πως μονάχα με την ελπίδα -τούτο το φρικτό μαρτύριο- μπορεί ο άνθρωπος να πάει μπροστά, πόσο μάλλον τώρα, που όλα θα άλλαζαν.

Σου άρεσε;

Διάλεξε τα αστέρια που επιθυμείς!

Μέσος όρος 5 / 5. Σύνολο ψήφων: 9

Δεν υπάρχουν ψήφοι! Γίνε ο πρώτος που θα βάλει αστεράκια.

Κωνσταντίνα Μυλωνά

Η Κωνσταντίνα Μυλωνά γεννήθηκε στις 28 Νοεμβρίου του 1992 στην Κωνστάντα της Ρουμανίας και μεγάλωσε στην Κύπρο. Σπούδασε Ανθρώπινη Βιολογία στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας. Είναι ενεργό μέλος της Sci-co Cyprus (μη κυβερνιτικός οργανισμός, με στόχο την επικοινωνία της επιστήμης) παράλληλα διδάσκει βιολογία σε μαθητές Γυμνασίου και Λυκείου, μάλιστα επί δύο συναπτά έτη, ήταν μέλος στο Science for kids του TALENTO Sports Academy.